Illusion 7: Μάγια μου’χεις καμωμένα, Χαλασιά μου…


illusion

Τα Αραβουργήματα της Ψευδαισθητικής Φύσης της Πραγματικότητας, εν δράσει.

Πολλά χρόνια πριν, σε μιαν άλλη ζωή (όπως πάντα οι ζωές μας κάνουν κύκλους, βγάζουν φτερά, ανθίζουν και ξανα-ανθίζουν με την αρωγή των τεχνών) – υπήρχε εκείνο το Χωριό του Αλωνιού, της Πέτρας, του Ονείρατου. Και βρεθήκαμε με την Τσαπερδόνα Εγκλαντίνα – να κλάψουμε αυτό που ίσως είχε χαθεί, εάν υποτεθεί κι ότι υπήρξε δηλαδή… Μα δεν το υπολόγισα σωστά, αποδεικνύεται… Γιατί, αν και το Αλωνάκι δεν το βρήκαμε γεμάτο θυμωνιές, αν και το χοροστάσι κάπου κρύφτηκε μέσα στα χρόνια: ωστόσο, ωστόσο! Πρέπει κανείς να μάθει να βλέπει με τα μάτια τα κλαμένα, με τα μάτια τα ερωτευμένα, τα μάτια που μπορούν να ξεχωρίσουν την ψευδαισθητική φύσης της λεγόμενης πραγματικότητας! Ώστε, ας ανατρέξουμε εις τη σοφία των αιώνων, ίνα ανακτήσουμε αυτό που άλλωστε ποτέ μας δεν το χάσαμε… Με τα ματάκια της (αγίας μας) Παρασκευής να δούμε αυτό το Σάββατο, ας πούμε!

μάτια2

Τα μάτια του τσάκρα του ηλιακού πλέγματος – βρίσκοντας τη θέση μας στον κόσμο.

Γιατί τα μάτια δίνονται στο πιάτο, στο πιατάκι: και στο σημείο της φώτισης του έξω κόσμου, μερικές φορές! Δηλαδή, εκεί που ανοίγει το τρίτο τσάκρα (βλέπε: Ινδουισμός, Τζαϊνισμός, Βουδισμός), το τρίτο τσάκρα λοιπόν, της ακτίνας της Αφοσίωσης. Αυτή η πύλη ενέργειας, που μας δίνεται ώστε να μπούμε σε δράση, να νοιώσουμε την αυταξία μας και να εκφράσουμε την προσωπική μας δύναμη με τρόπο που να σχετιστούμε με την πλάση γύρω μας, και να βρούμε τη θέση μας στον κόσμο τιμώντας τα συναισθήματά μας και τη διάνοιά μας. Και πράγματι, λίγο με τη βοήθεια της σύμπτωσης (αλλά, υπάρχουνε συμπτώσεις; ) λίγο με τη βοήθεια της τέχνης των περασμένων των αιώνων, έτσι μας είχε οδηγημένους το στρατί μας (” έλα μικρό μου έλα, έλα και μην αργείς – στράτες και μονοπάτια να μην τα βαρεθείς”, τέτοια τραγούδαγε το αίμα όπως κύλαγε, κι αυτή η κόκκινη βουή μας οδηγούσε). Και φτάσαμε στο μέρος των θαυμάτων, εφτά θα ήταν πάντοτε ο αριθμός ο μαγικός στα παραμύθια, εφτά και στις πηγές των αλλοθρήσκων: αλλά πάντοτε το νερό θα ήταν Ένα και το Αυτό, όπως θα ξέρετε…

ισλαμ2

Σ’ άλλη πλατεία, σ’ άλλη κρήνη – αλλα το αστείρευτο νερό πάντα τεχνάζεται.

Κι έτσι, βεβαίως νοητά, όμως νιφτήκαμε: ΝΗΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΗΝ, και εισχωρήσαμε στο χώρο της γητειάς, όπου οι αναμνήσεις μας θα βρίσκανε γιατρειά με τρόπους χαρτογραφημένα χαραγμένους. Το μπαλκονάκι της μυθευμένης μας παλιάς παραμονής, απέναντι από το χοροστάσι – εκεί που θα ακούγονταν τα πιο θρηνώδη τα παράπονα ενός αβίωτου έρωτα (Μάγια μου’χεις καμωμένα Χαλασιά μου), τότε που η μικρή μας θα ήτανε ακόμα αμάθητη και απλά γοητευότανε με τις κασέλες τα προικιών, με το μπαλκόνι της και με τις φούρλες του χορού, τα ηλεκτρικά λαουταρίσματα των λαουτάρηδων – κι αν είχε κλείσει εκείνο το παντοπωλείο Ο Έλατος, τι να πειράζει πια; Αφού το βρήκαμε εκεί ζωγραφισμένο το Μπαλκονάκι, και το Χοροστάσι της Αγιάννας σχεδόν ολόιδιο της ανάμνησης!

Αγιαννα

“Μάγια μου’χεις κάνει, μάγια – και μου κάνεις και την Άγια”

Κι όσο για το Αλώνι, το Αλωνάκι (της μαργαρίτας σίγουρα, εκεί που πέρα στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα), αχ, να που το βρήκαμε κι αυτό: με τ’ άλογα να τρέμουνε χαίτες μαζί και τα ρουθούνια τους, μια θάλασσα είναι το πάθος μας και ποιός να το κολύμπησε… Του Αχμέτ Αγά, λέγανε πως ήτανε τ’ αλώνι – αλλά εμείς που ξέρουμε, γνωρίζουμε πως ήταν μοναχά της μαργαρίτας!

αχμετ αγα

“Πέρα μέσα στα χρυσά νταριά, κοιμούνται αγοροκόριτσα, ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά” – τα όνειρα τους θειάφι, ξέρω εγώ.

Κι έτσι, με κάποιο τρόπο: ήρθε και πάλι η καρδούλα μας στη θέση της, ότι ο κόσμος μας υπάρχει αν κι ανύπαρκτος – πως οι ζωούλες μας γωνιάζουνε γωνιά Εισόδου και Εξόδου, ότι υπάρχει ακόμα ένας φοίνικας σε κείνον ‘κει τον κήπο, παρ’ όλο που τον χτίσανε τον κήπο μας: στην Αρχιμήδους, αλλά και στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο, σε μια πλατεία ακόμα, ίσως της Ρόδου.

φοινικας

Σ’ όλες τις πόλεις μας θα υπήρχανε φοίνικες θαλερών εξωτισμών, άλλοτε και στην έρημο ακόμα θα τους βρίσκαμε…

Αλλά κι από εκείνο το χωριό το βορεινό, μια ανάμνηση για τους πιο βόρειους χειμώνες θ’ αποσπούσαμε: το δώρο της μικρής βελανιδιάς δίπλα στο τρίστρατο, απέναντι στο σπίτι που στο δώμα του ορφάνεψε το όνειρο των παιδικών ηλικιών – Σ΄ευχαριστώ που με συνόδεψες εκεί, σε χρειαζόμουν Χαλασιά μου – κι έτσι, για το στολίδι Χριστουγέννων φετινών, μικρή χεροβολιά βελανιδιών: μαζί μου σ’ έχω!

σε

Ω, Χαλασιά μου…

“Να στείλω μήλο σέπεται”: δημοτική περιβαλλοντολογία.


Πριν από πολλά πολλά χρόνια, υπήρχε σ’ ένα ορεινό σημείο της Λεγόμενης Πατρίδας ένας οικισμός που είχε ιδρυθεί το 16ο αιώνα από κτηνοτρόφους: σ’ αυτό το μέρος η φύση ήταν αλπική, και τα αιγοπρόβατα είχανε τη τιμητική τους. Επί της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής κατοχής θα είχαν καταλήξει εκεί έως και διάφοροι Ηπειρώτες – ήτανε το μέρος συναφές και συνεπές με την ανάμνηση αυτών των μερικώς καταδιωγμένων, και πιάσανε μια ρίζα στέρεα στ’ αψήλου, ως και τα σπίτια είχανε την Ηπειρώτικη αρχιτεκτονική, με τα παράθυρα να αρχίζουνε ψηλότερα: διασώζεται ακόμη στην περιοχή ο τύπος ο χαρακτηριστικός του δίπατου Ηπειρώτικου σπιτιού, με τον πρώτο του όροφο να μην έχει παράθυρα… Λέγεται, πως το μέρος ονομάστηκε με τ’ όνομα κάποιας γαλλίδας εύμορφης, συζύγου του Οθωμανού ηγεμόνα στον οποίον ανήκε η εν λόγω περιοχή. Κάποια χρόνια αργότερα (ίσως και μερικές ζωές παλιότερα από τώρα) θα είχε κάποιο κοριτσάκι ζήσει εκεί το καλοκαίρι μιας ακόμα αλητείας: θυμάμαι πως μου είπανε ότι τα μεσημέρια πήγαινε και έτρωγε στο ένα καφενείο που υπήρχε, κάτι γλυκά του κουταλιού, κυρίως βύσσινα. Πως τάιζε ένα τζουκ-μπόξ με τάληρα για να ακούει κάτι βαρύγλυκα τραγούδια (νομίζω Καζαντζίδη – το “Υπάρχω” – ίσως γιατί δεν ήταν τόσο σίγουρη ότι η ίδια της υπήρχε αληθινά).

Σέτα

 

Καποτε είχε καβαλήσει ένα μουλάρι: την πρώτη τη φορά, είχανε κάπως φάει μήλα απ΄τα κλαριά, τη δεύτερη ξανοίχτηκε το μουλαρόσπερμα και δε γυρνούσε πίσω στο χωριό για ώρες κάμποσες, καθότανε και η μικρή πάνω στη ράχη του αυτή την ξεσαμάρωτη, και έλπιζε πίσω να τη γυρίσει το τετράποδο. Το οποίο αυτό τετράποδο πήγαινε με το πάσο του, και όταν έφτασε και πάλι στο χωριό είχε πηδήξει έναν πήδο και την είχε ρίξει κάτω, είχε προσγειωθεί αυτή ανάμεσα στα τέσσερά του πόδια, κι εκεί τελειώσανε όλα τα ιππευτικά καβαληκέματα κι οι μουλαροκαβαλαρίες μηλοκλοπών. Εκεί θα έβλεπε το πρώτο πανηγύρι της, με διάφορα βιολιά και οργανοπαίχτες: ήτανε εκείνη καθισμένη στο παράθυρο, επάνω από το χοροστάσι που χορεύανε οι τσέλιγκες κι όλες οι βοσκοπούλες με τα ωραία χείλια τους σκουρόχρωμα (υπήρχε μια καλή ξανθιά που με παράπονο μιλούσε για το στόμα της και έκλαιγε πως έμοιαζε να είναι φιλημένο, πως έμοιαζε να είναι μελανό – είχε τα φρύδια της κάπως πιο σκούρα και τα μάγουλα ροδιά, τα χείλη της σα μέλι μαύρο των γκρεμών – τι να απόγινε;… Σου στέλνω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγγιάζει: κάποτε το λένε ξενητειά, αλλιώς το λένε θάνατο.

Σέτα2

Και έτσι, τελευταίο, το απόκρυφο Αλώνι. Εκεί που είχε δει τις θυμωνιές πρώτη φορά, και που σκαρφάλωσε, και που τσιμπήσανε τις γάμπες και τα γόνατα, έως κι απάνω λίγο κάτω από τη φούστα της η βρώμη, το τριφύλλι το αλύπητο. Και που την έπιασε μεγάλη φαγωμάρα, φαγούρα ατελείωτη την έγδερνε, τι λύσσα! Γιατί τα εκδικητικά αυτά σανά, που τα στοιβάξανε σε θυμωνιές της πιο μεγάλης κιτρινάδας, χρυσαφένια, φαίνεται πως αντιπαθούσανε το δέρμα της, είτε το συμπαθούσανε πολύ, το αγριοφίλησαν. Από εκείνες της τις μέρες γνώση έπαιρνε, και ζωγραφούσε το μυστήριο του Αλωνιού: σε ένα τέτοιο μέρος ειδυλλίου θα φανταζότανε αργότερα το Διγενή της να παλεύει – σ’ Αλώνι τέτοιο, και ας ήταν μαρμαρένιο… Όπως επίσης, και οι βρύσες σε όλα τα Δημοτικά τραγούδια (Εγώ ‘λεγα βρυσούλα μου πως έτρεχες για μένα, μα συ έτρεχες και πότιζες όλα τα διψασμένα) – θα ήτανε απλές παραφθορές εκείνης της Ωραίας Βρύσης της πλατείας…

Σετα3

Έτσι λοιπόν, ανάμεσα στα μάτια που θεράπευσε η Αγία Παρασκευή ( κι ας ήτανε τα μάτια του διώκτη της, γιατί μέσω της θεραπείας των ματιών των διωκτών μας είναι που ίσως να μας έρθει Θεία Φώτιση) κι ανάμεσα στα μάτια της μισο-Γαλλίδος Σάρας Εγκλαντίνης του αναγνώσματος, εκεί λοιπόν ανάμεσα θα χώραγε το Θαύμα Ελαχίστου Καθισιάς… Γιατί τα μάτια κάνουνε τον κόσμο μας κομμάτια, και πάλι τον ανασυνθέτουνε εκ νέου – εκεί που πάει ο άνθρωπος ήσυχος στη δουλειά του, εκεί προβάλλει το Αυθαίρετο Θαυμάσιο, κάπως έτσι:

οδος Σαρας Και τότε, για το κλέος της Συμπτώσεως, και προς ανάμνησην Βορειοηπειρωτών απ΄ τη Δερόπολη, αλλά και για την παλαιότερη αισθητική Χώρας Χαμένης πια, Ονείρου Παιδικότητας – ευφραίνου έρημη καρδιά, βάστα καρδιά μου νύφη…

 

“Η Στριγγλίτσα”: τα παιδικά αποκοιμίσματα και οι κατοπινές τους σημασίες.


strega2

“Μετά πολλά, ζήτησαν να τους έδινε ο Θεός ένα κορίτσι, κι ας ήτανε ακόμα και Στριγγλίτσα…”

Μιλάγαμε τις προάλλες με μια φίλη μου για το πώς τα παραμύθια αναθρέφουν συνειδήσεις, τις θαυμαστές επικονιάσεις, τα μπερδέματα, τις ταυτίσεις και τις αποταυτίσεις. Και τον προηγούμενο μήνα (Οκτώβρη των ψυχών) στην ομάδα μελέτης στην οποία ανήκω ασχολιόμασταν με το παραμύθι “Η Χηναρού” (The Goose Girl), και είχε μεγάλο ενδιαφέρον το πώς έχουν διαπραγματευτεί το ψυχολογικό του νόημα οι Γιουνγκιανές αναλύτριες Marie-Louise von Franz και Barbara Hannah. Το ενδιαφέρον για μένα ήταν το ότι στο τέλος η Ψεύτικη Νύφη τιμωρείται με θάνατο, και το οποίο τέλος μου έφερε στο νου το παραμύθι που με αυτό με αποκοίμιζε η γιαγιά μου. Κατά σύμπτωση, μου ζητήθηκε να πάω στην ομάδα κάποιο δείγμα παραδοσιακού ελληνικού παραμυθιού – κι ενώ σκεφτόμουν ποιό να τους πήγαινα, συνέτυχε και πάλι “συμπτωματικά” να πέσω πάνω σε μία ανάρτηση μιας διαδικτυακής φίλης και να αναγνωρίσω κάποιες εκδοχές του Δικού μου παραμυθιού, της Στριγγλίτσας! Όμως καμμία από αυτές που ευγενικά μου στάλθηκαν από τη φίλη Ε.Κ. δεν ήταν η Μοναδική Εκδοχή της γιαγιάς μου, και είχα αρχίσει να στενοχωριέμαι που μου ξέφευγαν κάποια κομμάτια, χαμένα μες στα χρόνια που έχουνε μεσολαβήσει… Μα, ώ του θαύματος, φαίνεται πως μέχρι και τα παραμύθια απαντούν στη νοσταλγία, γιατί αφού είχα διαβάσει τις σταλμένες εκδοχές πήγα και έπεσα να κοιμηθώ με τα λογάκια των παραμυθιών να χαρχαλεύουν στο μυαλό μου και να μου ανακατατάσουνε την ύπαρξη…

Και μες στο μισοΰπνι μου, θυμήθηκα το Αρχικό Αγαπημένο Παραμύθι, και τώρα θα ‘θελα να σας το ζωγραφίσω με τα λόγια, για να μην πάει πάλι και ξανακρυφτεί ασυναπάντητο…Λοιπόν, Αρχή του παραμυθιού, Καλή σας Εσπέρα!

“Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που ήτανε πολύ ευτυχισμένοι. Είχαν πολλά παιδιά, όλα αγόρια – και η ευτυχία τους θα ήτανε απόλυτη, αλλά τους έτρωγε ένα κρυφό σαράκι, ότι δεν είχανε αξιωθεί να κάνουν κόρη. Παρακαλούσαν με καημό τους το Θεό να τους χαρίσει ένα κορίτσι να το έχουνε, αλλά ο Θεός δεν έμοιαζε καθόλου να ακούει. Κάποια φορά, μέσα σε κλάμματα και πικρή προσευχή, ζητήσανε ξανά απ΄το θεό να τους χαρίσει μια κορούλα κι ας ήτανε ακόμα και Στριγγλίτσα. Πράγματι, φαίνεται πως ο θεός από το θρόνο του τους άκουσε, γιατί σε εννιά μήνες γέννησε η βασίλισσα ακόμα ένα παιδί, κι ήταν κορίτσι! Και γίνανε πολλές γιορτές και οι μεγαλύτερες χαρές μες στο παλάτι, κι όλοι χαιρόντουσαν που απέκτησαν μικρή βασιλοπούλα. 

Όμως, άρχισαν να συμβαίνουνε περίεργα φαινόμενα: στους σταύλους, κάθε βράδυ που περνούσε, χανόταν κι από ένα ακόμα ζώο. Μα άλογο, μα γαϊδουράκι, κάθε πρωί όλο και κάποιο ζώο έλειπε! Βγήκε μπροστά τότε ο πρώτος γιός των βασιλέων και είπε στους γονείς τους ότι θα παραφυλάξει για να ιδεί το τί γινότανε. Όμως, τον έπιασε ο ύπνος και δε μπόρεσε τα μάτια του να έχει ανοιγμένα, και την επαύριον οι φύλακες βρήκανε ένα ακόμα ζώο να τους λείπει… Ττην άλλη μέρα, μπήκε φύλακας στους σταύλους ο επόμενος ο γιός τους, ο μεσαίος. Κι αυτός αποκοιμήθηκε, και πάλι την επαύριον εξέλειπε ένα άλογο ακόμα. Την τρίτη μέρα, μπήκε να παραφυλάξει ο μικρότερος – κι αυτόνε δεν τον πήρε ο ύπνος, παρά εκεί που παραφύλαγε είδε να ξεπροβάλει μια σκιά! Έβγαλε τότε το μικρό του σουγιαδάκι και της κατάφερε στα σκοτεινά μια σουγιαδιά, και τί να δει την άλλη μέρα το πρωί, παρά ένα κομμάτι από ένα μικρούλι δαχτυλάκι! Αυτός το γνωρισε, πώς ήτανε το δαχτυλάκι της μικρής του αδερφής – μα τι να πει πια στους γονείς του, που τη λάτρευαν; Έφτιαξε το λοιπόν ένα δισάκι, και είπε πως θα πάει να βρει απάντηση στο τί να γίνεται και χάνονται τα ζώα από το σταύλο. Του έδωσαν την πιο καλή τους την ευχή οι δυο γονιοί, και πήρε αυτός το δρόμο και επήγαινε.

Ας τον αφήσουμε αυτόν να παίρνει δρόμο και δρομάκι να αφήνει, κι ας δούμε τι συνέβηκε μετά μες στο βασίλειο! Ξύπναγε κάθε βράδυ η Στριγγλίτσα από την κούνια της, έτρωγε ένα βόδι τη μια νύχτα, έτρωγε μίαν αγελάδα την παράλλη, έτρωγε-έτρωγε μέχρι που όλα τα ζωντανά μέσα στο σταύλο τα κατάφαγε, άρχισε πιο μετά να τρώει και τους ανθρώπους! Κι όταν πια έφαγε τους πάντες, να υπηκόους, να τις δούλες, να τους αρχόντους, να και τις αρχοντοπούλες τους, ε, τότε έφαγε τα δύο της αδέρφια, και έφαγε μετά και τους γονιούς της. Έφαγε τα γατιά, και τα σκυλιά, και τα κοκκόρια, και τις κοτούλες και τις πάπιες και τις χήνες, στο τέλος είχε μόνο απομείνει ένα ποντίκι που δεν το ‘βρισκε, αλλά το άκουγε να χαρχαλεύει, κι αυτό της άναβε το αίμα στο κεφάλι της! Είχε πια ερημώσει το βασίλειο, κι αυτήν την έτρωγε η πείνα κι ο θυμός, αλλά δεν είχε και κάπου αλλού να πάει…

Στο μεταξύ, ο αδερφούλης ο μικρότερος τριγύρισε όλον τον κόσμο και αποφάσισε πως ήρθε πια η ώρα να γυρίσει στο παλάτι και στη χώρα, να πει και στους γονείς του αυτό που νόμιζε, πως το κακό μέσα στους σταύλους ήταν έργο της Στριγγλίτσας, εκείνης της μικρής του αδερφής. Είχε σκεφτεί πως ό,τι ήθελε να γίνει ας γινότανε, και ή που θα τον πίστευαν ή θα τον αποκλήρωναν, αλλά αυτός το είχε δει το δαχτυλάκι της και ήξερε πως ήτανε εκείνη που ρήμαζε και έτρωγε τα άλογα. Γυρνάει στο βασίλειο, τι να δει! Όλο σπαρμένο κόκκαλα και νεκροκεφαλές, δεν είχε μείνει άνθρωπος για άνθρωπος! Πήγε ξεπέζεψε, κι ανέβηκε επάνω στο παλάτι, εκεί βγαίνει κι η αδερφή του για να τον υποδεχτεί. “Καλώς το αδέρφι μου”, του λέει, “τι χαμπέρια;” – Και, “Θα πεινάς, μετά από το ταξίδι – κάτσε εδώ να ξαποστάσεις κι εγώ πάω να σου φέρω ένα φαγί, αλλά νά: πάρε το σουραύλι μου και παίζε για να μου κάνεις συντροφιά που θα σ’ ακούω”. Κι αφού του δίνει το σουραύλι κι αυτός έπαιζε, πάει μετά εκείνη μέσα στην κουζίνα και χτυπούσε τα τσουκάλια να φανεί πως τάχα μου μαγείρευε, μα είχε βγάλει τα μαχαίρια και τα ακόνιζε ώστε να τον σκοτώσει να τον φάει. Αυτός δεν άκουγε, έπαιζε το σουραύλι. Αλλά καμμια στιγμή, προβάλει ο μικρός ο ποντικός και του εξήγησε ότι η αδερφή του ακονίζει τα μαχαίρια, και πως καλά θα έκανε να φύγει μην και τυχόν τα καταφέρει να τρέξει, να γλυτώσει απ΄τα νύχια της. “Δώς μου εμένα το σουραύλι να φυσάω, μην τύχει και το καταλάβει ότι έφυγες. Κι άντε και καβαλίκεψε το ζώο σου, καημένε μου, γιατί αυτή θα τρέχει να σε κυνηγάει σαν τον άνεμο. Αλλά για στάσου να σου δώσω τρία πράγματα, όταν θα τρέχει να σε κυνηγάει και σε ζυγώνει, εσύ θα τα πετάς πίσω απ΄τον ώμο σου για να την κάνεις να καθυστερεί όσο θα τρέχεις.” Και του έδωσε μια πλάκα από σαπούνι, μια χτένα,  και ένα κομμάτι από καθρέφτη, κι απέ τον έστειλε να πάει να καβαλήσει το άλογό του. 

Φεύγει λοιπόν ο αδερφός πάνω στο άλογο, βγαίνει μετά και η Στριγγλίτσα με μαχαίρια ακονισμένα, κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, άκουγε το σουραύλι – αλλά εκείνον δεν μπορούσε να τον βρει! Κατάλαβε πως ο αδερφός της είχε φύγει απ΄το παλάτι, είδε και το άλογό του πως δεν ήτανε δεμένο πουθενά, την έπιασε αμέσως θυμός μέγας! Αρχίζει πια να τρέχει σαν τον άνεμο, τον μύρισε κατά την ποια μεριά που είχε πάει. 

Εκείνος έτρεχε καβαλαρία στο άλογό του, ακούει μια στιγμή βροντές κι αντάρες, κάνει μια έτσι και κοιτάει πίσω απ΄τον ώμο του και είδε πως ερχόταν η Στριγγλίτσα, χαλασμός. Πιάνει αμέσως και τραβάει απ΄το δισάκι του την πλάκα το σαπούνι και τη ρίχνει, κι αμέσως γίνεται ένας μεγάλος χείμαρρος, που άφριζε νερά και νερά ξάφριζε. Σταμάτησε για λίγο η Στριγγλίτσα, δεν ήξερε πώς να τονε περάσει, στο μεταξύ πρόλαβε ο αδερφός της και ξεμάκρυνε. Εκείνη, πήρε φόρα με μανία, και πήδηξε πάνω από το χείμαρρο, κι έτσι συνέχισε μετά να τρέχει κι άλλο, μέχρι που τον πλησίασε και πάλι. Πιάνει ξανά αυτός και ψάχνει στο δισάκι του, βγάζει τη χτένα που του είχε δώσει ο ποντικός. Ρίχνει τη χτένα πίσω από τον ώμο του, φυτρώνει αμέσως ένα δάσος χίλια έλατα, σταμάτησε για λίγο η Στριγγλίτσα και προσπαθούσε να σκεφτεί πώς να περάσει. Και μέσα στη μανία της που ήταν, αρχίζει να τα ροκανίζει από τη ρίζα τους, και τα ξεπάστρεψε τα έλατα και δεν είχε αφήσει ούτε ένα όρθιο, συνέχισε και να τον κυνηγάει μέχρι που κόντεψε και πάλι να τον πιάσει. Και τότε, έβγαλε ο μικρός απ΄το δισάκι του εκείνο το κομμάτι του καθρέφτη – το πέταξε κι αυτό πίσω απ΄τον ώμο του. Και τότε έγινε μια θάλασσα ατέλειωτη, και δε μπορούσε η Στριγγλίτσα να περάσει, και έσκασε μετά απ΄το κακό της”.

Επιχειρώντας και εγώ με τη σειρά μου να διαπραγματευτώ το ψυχολογικό νόημα του παραμυθιού (μέσα σε ένα ευρύτερο ψυχοδυναμικό/αναλυτικό πλαίσιο), θεωρώ ότι η Στριγγλίτσα είναι εν μέρει φαντασίωση του ήρωα (μικρότερου αδερφού) αλλά επίσης και ενδοψυχικό στοιχείο (η Σκιά του ήρωα), όπου Σκιά εδώ ορίζεται ως “το ηθικό πρόβλημα που αποτελεί πρόκληση απέναντι σε ολόκληρη την προσωπικότητα που βασίζεται στο Εγώ, εφ’ όσον κανείς δε μπορεί να αποκτήσει συνείδηση της Σκιάς του χωρίς κάποια αξιοσημείωτη ηθική προσπάθεια. Το να γίνει κανείς συνειδητός σε αυτό το ζήτημα προϋποθέτει την αναγνώριση των σκοτεινών πλευρών της προσωπικότητας ως παρούσες και αληθείς. Αυτή η πράξη είναι η βασική συνθήκη για κάθε είδους αυτογνωσία, και συνεπαγωγικά, κατά κανόνα, συναντά μεγάλη (εσωτερική) αντίσταση” (C. G. Jung, Aion p.p. 8 / μτφ. δική μου).

Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η Στριγγλίτσα έχει φορτωθεί όλα τα αρνητικά συναισθήματα του ήρωα (όπως ας πούμε άγχος για την ποιότητα της αρρενωπότητάς του, όντας ο μικρότερος των αδελφών – ή άγχος για τη μη-θηλυκότητά του, ίσως το φόβο ότι ως αγόρι δεν είναι ιδιαίτερος, ένα ακόμα αγόρι μέσα στα άλλα) και ότι ίσως δεν είναι επιθυμητός.

Εμένα όμως, αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι τα αντικείμενα που του χαρίζονται από τον ποντικό, και που θα αποτελέσουν ανεκτίμητους βοηθούς στη διαδικασία σωτηρίας από τη Στριγγλίτσα. Εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση, και να αναφέρω τα παιδικά μου συναισθήματα απέναντί της: ίσως να ήταν ο τρόπος που διηγιότανε αυτό το παραμύθι η γιαγιά μου, μα το γεγονός παραμένει – η Στριγγλίτσα ουδέποτε με τρόμαξε, μου ήταν γενικά συμπαθής (ίσως σε αυτό να έπαιξε κάποιο ρόλο η ταύτιση φύλου που ένιωθα), και η αλήθεια είναι πως τη συμπονούσα, γιατί στην τελική ανάλυση δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να είναι σε ταυτοσημία με το πώς τη ζητήσανε οι γονείς της και με το πώς τους την χάρισε ο Θεός (“κι ας είναι και Στριγγλίτσα”). Δηλαδή, ήταν απόλυτα προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις εγγυήσεις των κατασκευαστών!

Ας πάμε λοιπόν τώρα να ασχοληθούμε με τα τρία “μαγικά” αντικείμενα… Έχουμε και λέμε: μια πλάκα σαπούνι, μια χτένα, ένα κομμάτι καθρέφτη. Και τα τρία έχουν σαν κοινό παρονομαστή τους κάποιο σημαίνον κοινωνικοποίησης. Το ανθρώπινο ον μέσα στη διαδικασία της κοινωνικοποίησής του μαθαίνει να νίβεται, να χτενίζεται και να καθρεφτίζεται. Όλες αυτές οι πράξεις είναι πράξεις καθημερινότητας, μας επιτρέπουν να εμφανιζόμαστε, να φοράμε τη δημόσιά μας μάσκα, την Περσόνα μας. Όμως, εκτός από πράξεις καθημερινότητας, είναι και πράξεις μαγείας: το πλύσιμο με το σαπούνι, μια διαδικασία καθαρισμού, άρα και εξαγνισμού. Το χτένισμα, ξέμπλεγμα των ιδεών (αυτό μπορεί να ακούγεται αυθαίρετο, αλλά αν ανατρέξω στο κείμενο της ανάλυσης του παραμυθιού “Η Χηναρού” από τη M.L. von Franz τότε αυτό είναι συνακόλουθο – παραθέτω τη μετάφραση: “Τα μαλλιά συμβολίζουν τις σκέψεις του ατόμου. Τα μαλλιά φυτρώνουν αυθαίρετα και τυχαία στο κεφάλι κάποιου. Σε αυτά δεν προβάλλει κανείς τις συνειδητές του σκέψεις, αλλά τις ασυνείδητες σκέψεις και φαντασίες του. Τα πράγματα που κάποιος σκέπτεται χωρίς να το θέλει, αυτό είναι που συμβολίζουν τα μαλλιά.” (Από διάλεξη της M.L. von Franz στο Σωματείο Ψυχολογίας της Ζυρίχης, 14 Νοεμβρίου 1970). Και τελευταίο, το πιο μαγικό των μαγικών αντικειμένων, ο καθρέφτης. Που βέβαια σημαίνει αναγνώριση, που σημαίνει εξανθρώπιση, που είναι η βάση δημιουργίας των πιο περίπλοκων ψυχολογικών διαδικασιών: η αναγνώριση της ομοιότητας και της διαφοράς (μοιάζω στην εικόνα μου αλλά δεν είμαι η εικόνα μου). Το μέρος που παντρεύεται και διαχωρίζεται η έννοια του υποκειμένου και η έννοια του αντικειμένου: ένα εξαίσιο φυλαχτό, ειλικρινώς!

Τώρα, είναι πια ώρα να σκεφτούμε τις μεταμορφώσεις των τριών αυτών αντικειμένων: η πλάκα του σαπουνιού γίνεται χείμαρρος. Ο χείμαρρος είναι μια ανεξέλεγκτη δύναμη της φύσης, είναι κάτι που αφρίζει, κάτι που ενέχει καταστροφικές ιδιότητες: είναι κάτι που έχει τη δύναμη να καταστρέψει, σε ίσο βαθμό με τις καταστροφικές δυνάμεις της Στριγγλίτσας (άρα, υπάρχει κάποιου είδους συζυγία, κάποιος ομοιομορφισμός). Υπάρχει δηλαδή κάποια αναγνώριση ενός στοιχείου που ανήκει στον ήρωα (η πλάκα σαπουνιού του ανήκει, άρα και ο χείμαρρος του ανήκει – όμως ο χείμαρρος έχει ιδιότητες ίδιες με τη Στριγγλίτσα, άρα ο ήρωας και η Στριγγλίτσα έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό).

Η χτένα μεταβάλλεται σε δάσος από έλατα/δέντρα. Αυτά ανακόπτουν την ορμή της Στριγγλίτσας, αλλά επίσης πέφτουν θύματα της καταστροφικής της μανίας. Τα δέντρα είναι συχνά μεταφορές για τους ανθρώπους, και η Στριγγλίτσα έχει ήδη “ξεκάνει” όλους τους ανθρώπους του βασίλειου. Σε αυτή τη φάση, οπτικοποιείται η δυνατότητα καταστροφής που έχει η Στριγγλίτσα, με έναν τρόπο που κάνει τη μανία της ορατή στον ήρωα (που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έχει δει τη Στριγγλίτσα να δρα) – και τελικά, ο καθρέφτης, που μεταβάλλεται σε απέραντη θάλασσα, την οποία η Στριγγλίτσα δεν είναι σε θέση να (ξε)περάσει. Αυτό είναι και η Λύση του παραμυθιού: ο ήρωας περνάει από την ασυνείδητη ταύτιση (χείμαρρο) στην αναγνώριση της καταστροφικής δυνατότητας της Στριγγλίτσας, και από εκεί μέσω του καθρέφτη στην αποδοχή ότι αυτό το στοιχείο που μέχρι πρότινος το απέδιδε στη Σκιά του, είναι στοιχείο που του ανήκει. Δηλαδή, αποσύρει την προβολή της σκοτεινότητάς του σε κάποιο φασματικό υποκείμενο (Στριγγλίτσα), και αναλαμβάνει την ενδοψυχική του εμπλοκή: το Εγώ του έχει υποστεί τη δυναμική ανταλλαγή με το ασυνείδητο κομμάτι του (Σκιά) και έχει αναπτυχθεί, ενώ η Σκιά που μέχρι το σημείο πριν τη Μαγική Φυγή έχει σχεδόν αυτονομηθεί εις βάρος του Εγώ του υποκειμένου του Ήρωα, υπόκειται σε ήττα ολοσχερή. Ο καθρέφτης, βοηθάει τον Ήρωα να έρθει σε αρμονία και βοηθητική σχέση με την “απέραντη θάλασσα”, η αναγνώριση διαμεσολαβεί ώστε η απέραντη θάλασσα του Ασυνείδητου να μην έχει πλέον χροιά απειλητική και ματαιωτική ως προς το συνειδητό μέρος του εαυτού.

Έχω πάρει εδώ την ελευθερία να αποδώσω στη Στριγγλίτσα το ρόλο της Σκιάς του Ήρωα. Αυτό παραδοσιακά δε θα ήταν πιθανώς αποδεκτό αδιαμαρτύρητα, μιας και συνήθως θεωρείται πως η Σκιά ταυτίζεται, σε επίπεδο φύλου, με το φύλο των ηρώων (στο παραμύθι αυτό ο ήρωας είναι ο μικρότερος γιός). Όταν με το καλό συζητηθεί αυτό το θέμα στην ομάδα μελέτης, θα χαρώ πολύ να ανακεφαλαιώσω – αν υπάρξει αυτή η ανάγκη!

Κολοκυθοφαντάσματα στο Πανδοχείο των Ψυχών.


Αναμένοντας τη Μέρα Όλων των Ψυχών, 31 Οκτωβρίου μας επισκέπτονται όλοι μα όλοι οι φευγάτοι μας του ψύχους -όλοι οι πρόγονοι γιορτάζουνε το πέρασμά τους στη σφαίρα της Δημοκρατίας της Κοινοκτημοσύνης η οποία (συν τω χρόνω) όλους θα μας υποδεχτεί μεταθανάτιους- εκεί λοιπόν μας βρήκε ένα βράδυ, να ξαποσταίνουμε στο Πανδοχείο των Ψυχών. Εκεί μπήκαν οι τελευταίες βελονιές στο πανωφόρι της κουκλίτσας Εγκλαντίν – γιατί έχει ψυχράνει ο καιρός, έχουν μικρύνει και οι μέρες, το φως άλλαξε. Εφτάμισυ το βράδυ κι όμως ήταν μαύρη νύχτα, και το εν λόγω πανδοχείο είχε τη θέση του σε ένα χωριουδάκι ξεχασμένο από θεούς μαζί κι ανθρώπους. Και ας είχε δυο μαγεριά ώστε να φάει εκεί, να στηλωθεί το όποιο φάντασμα – μα μύριζε ο αέρας κρύο ξάστερο, και όταν γύρναγε στον τόπο κατοικίας του ο νυχτοπαρωρίτης, τον χαιρετούσαν κουκουβάγιες νυχτοπέταχτες που φώναζαν τον έρωτα τον κλέφτη, τον εμπαίζανε. Βοηθούσε βέβαια και ο ζύθος, και η κούραση – μα είχε πάντως ειπωθεί ότι στο κτίριο διέμενε φάντασμα παιδίσκης, στο κεντρικό νομίζω παραθύρι της προσόψεως – και, να τη δούμε αυτή την πρόσοψη, αμέσως!

Visit YHA Hartington Hall (Peak District), one of YHA;s most haunted hostels

Τί ξέρουμε για αυτό το Πανδοχείο των Ψυχών; Σε τοπικής φιλοξενείας οδηγούς διαβάζει κάποιος ότι χτίστηκε το 1611 από την οικογένεια Bateman –  το Μέγαρο Χάρτινγκτον ήταν η έδρα και η κατοικία του Λόρδου της πολίχνης Χάρτινγκτον για αιώνες. Σε κλασσικό Ελισσαβετιανό ρυθμό με μερικές Βικτωριανές προσθήκες, το κεντρικό κτίριο παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναλοίωτο. Μα (και αντιγράφω) “πίσω από το μεγαλειώδες του εξωτερικό, είναι γνωστό ότι λαμβάνουν χώρα διάφορα περίεργα συμβάντα. Ένας αξιοσημείωτος αριθμός καλεσμένων έχουν σε διαφορετικές περιπτώσεις αναφέρει τη θέαση ενός μικρού κοριτσιού που περιφέρερται ανάμεσα στα υπνοδωμάτια, με μία δασκάλα να αναφέρει ότι είδε το εν λόγω κοριτσάκι-οπτασία να στέκεται στην άκρη απ΄το κρεβάτι της! Το προσωπικό επίσης αναφέρει περιπτώσεις που η ηλεκτρική συσκευή σκουπίσματος διακόπτει ξαφνικά και μυστηριωδώς τη λειτουργία της, ενώ αθέατα χέρια χτυπάνε καθαρίστριες και άλλους μισθωτούς πάνω στον ώμο, ενώ πορτοπαράθυρα ανοιγοκλείνουν και βροντάνε ανεξήγητα. Ένας από τους διαμένοντες συνέτυχε να ΄χει φωτογραφήσει κάτι που μοιάζει με μικρούτσικο κορίτσι, σε ένα από τα παράθυρα του ορόφου…”

Και της δικιάς μας Εγκλαντίν της καλοάνοιξε η αιμοβόρα όρεξη, και ήθελε κι αυτή να πάει να πιάσει νταλαβέρι! Μα βρε καλό μου, μα βρε χρυσό μου, φαντάσματα είναι αυτά – για πες καλέ, διαθέτεις (βρε καημένη) φαντασία, κουκλάκι κουφιοκέφαλο που δεν έχεις στάλα μυαλό να επιδείξεις; Κούφιο βρε είναι το τσερβέλο σου, να δούμε λοιπόν τώρα, Κόμισσά μου, τι θα δεις… Και πέρασε το βράδυ χωρίς θέαση καμμία, αλλά μας ξεκουφάνανε τα ποδοβολητά των αποπάνω μας ανήλικων – γιατί καλά τα μέρη αυτά, ως και περίκαλα, μα μερικές φορές οι οικογένειες που τέτοια ενδιαιτήματα διαλέγουν, είναι, πώς να το πει κανείς; Λίγο ανάγωγες, γιατί οι παιδαγωγικές τους τακτικές είναι κομμάτι ασυστόλως και αστόχως φιλελεύθερες και αντικαθρεφτίζουνε τη λογική μεσαίων τάξεων, και λίγο ανερχόμενων. Φαίνονται δηλαδή να τρέφουνε συμπλέγματα ταυτόχρονα μεγαλομανιακά αλλά και κατωτερικά, και τα παιδιά τους δεν τα καθιστούν λίγο υπεύθυνα να μην τσακίζουνε τα νεύρα των περίοικων – φαίνεται ότι η αγένεια είναι η μία βασική και η κύρια προϋπόθεση κοινωνικής ανόδου, να φέρεσαι γαϊδουρινά είναι απόδειξη της τάξης σου – και γαϊδουρεύεις, ειδικά επειδή μπορείς… Ω, εκκολαπτόμενοι φορείς μελλοντικών εξουσιών, μικρά καθάρματα γόνοι μεγάλων καθαρμάτων – τέτοια τέρατα.

DSCF3648 (2)

Η θέρμη εν μέσω ψύχους, μια εγκατάσταση γιορτής, μια ενσυνέχεια.

Και έτσι, θα το τρόμαξαν το έρημο το φάντασμα, και ούτε ήρθε να το δει η Εγκλαντίνα, ούτε κι εγώ, ως αποδέλοιπη, δε μπόρεσα. Μα, έχει ο καιρός πολλά γυρίσματα! Και την επόμενη ημέρα, πριν να φύγουμε – φωτογραφήθηκε η μικρή με τα ντεκόρ κολοκυθεύματα, με κρεμασμένους σε γιρλάντες σκελετάκους, βγήκε μετά και ήθελε να παίξουμε στην πρόσοψη από το ωραίο κτίριο, και νά σου οι φωτογραφήσεις, νά σου οι φωτογένειες – ενώ κάποιος ευπρόσωπος εκπρόσωπος του ανθρωπίνου είδους από απόσταση αφηρημένα παρακολουθούσε τα καθέκαστα. Τα οποία καθέκαστα, είναι όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης – λίαν κατατοπιστικά περί της σύμπτωσης!

Σύμπτωση πρώτη: δείτε μέγεθος που έχει η πινακίδα, να γελάσετε! Γιατί, μα το Μεγάλο Μανιτού, δεν είναι ακριβώς στα μέτρα και σταθμά της νεαρής μας; Λες και την κόψανε και τη ράψανε στα μέτρα της – ή τάχα μου όλοι που έρχονται στο μέρος διανυκτέρευσης είναι (να πούμε) τρίποντοι;

DSCF3650 (2)

Εντάξει, έκλεψα λίγο – αλλά η αλήθεια φάινεται μες στην υπερβολή της, όχι μονάχα τρίποντη, μα πάντως λιλιπούτεια.

Η άλλη αξιοσημείωτη κατάσταση, επήλθε μετά τα διαπιστευτήρια του ευπρόσωπου εκπρόσωπου – που είχε ντροπαλά χαμογελάσει ενώ εγώ πλησίαζα το πρώην ηλιακό ρολόι του κήπου, σε απόσταση βολής από την είσοδο. Εκεί στάθηκε με το μπόι υψωμένο η Εγκλαντίν, και εκεί φωτογραφήθηκε παρέα με έναν άγγελο που ήτανε ξεκάθαρα επί πέτρας του άγγελος γένους θηλυκού – σ’ αυτό, να με πιστέψετε!

DSCF3653 (2)

Η Άγγελος και η προάγγελος.

Και ερχόμαστε στα πλέον ενδιαφέροντα… Πιάνουμε την κουβέντα με τον ευπρόσωπο εκπρόσωπο – που από τη διάλεκτό του τον τοποθετώ να είναι από το Λίβερπουλ, αυτή η διάλεκτος που είναι σε πολλούς προσβλητική, λες και υποβιβάζεται η πρώην αυτοκρατορία σε μία λέσχη για αμόρφωτους, για πλέμπες λαουτζίκου. Αλλά εμένα μου ακούγεται μακρόσυρτα γλυκειά και σκοτεινή, όπως οι χτύποι μιας αιμόφυρτης καρδούλας. Ο ευπρόσωπος λέγεται Ρόμπερτ, και βρίσκεται εκεί με την κοπέλα του και με τα δύο τους παιδιά – βρίσκονται καθ΄οδόν για το πάρκο αναψυχής Ώλτον Τάουερς, που είναι κάτι όπως το Ροντέο (ναι, εκείνο που ήταν κάποτε στη Λεωφόρο του Συγγρού, μετά κάπου στην παραλιακή το είχαν στήσει, μετά χάθηκε). Κάπως σαν το Ροντέο, επί χίλια. Και ο ευπρόσωπος, τίμιος Ρόμπερτ με την προφορά μπασκλασαρίας μου ανοίγει την καρδιά του και μου λέει ότι κανένας δεν του απηύθυνε το λόγο στο Μέγαρο του Χάρτινγκτον, τον αγνοούσανε με επιδεικτικότητα. “Μόνο εσείς”, μου λέει, “μου μιλήσατε”. Και τί συζήτηση! Μιλάμε για τον άγγελο του ηλιακού ωρολογίου, για τη βόλτα του τη χτεσινή και πώς είχε χαθεί μέσα στη νύχτα, λέμε για τη φωνή της κουκουβάγιας. Και ξαφνικά, μία φωνούλα από ψηλά – είναι ο γιός του ο Μπόμπι, που ρωτάει επισταμένως με το πείσμα και την αποφασιστικότητα να λάβει μια απάντηση αμέσως: “ΠΩΣ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ Η ΚΟΥΚΛΑ; ΠΩΣ ΤΗ ΛΕΝΕ; ΜΠΑΜΠΑ, ΡΩΤΑΩ: ΠΩΣ ΤΗ ΛΕΝΕ;” (ετών τεσσάρων ο μικρός, κι η Εγκλαντίν αναγαλιάζει από ευχαρίστηση!). Λέω του Ρόμπερτ πώς τη λένε – “ΣΑΡΑ ΕΓΚΛΑΝΤΙΝ”, φωνάζει και ο Ρόμπερτ, “ΠΩΣ;” ξανασκούζει ο μικρός, “ΣΑΡΑ” ξελαρυγγίζεται κι ο Ρόμπερτ (και εγώ – βρίσκω αφορμή για να κοιτάξω) και τι βλέπω; Ο Μπόμπι, στο παράθυρο του ορόφου, στην κεντρική πτέρυγα της προσόψεως – εκεί ακριβώς που είχε φωτογραφηθεί παλιότερα η εικόνα του φαντάσματος εκείνης της μικρής – τώρα ο Μπόμπι!

DSCF3656 (2)

Ένα μουσούδι παιδικό που ενδιαφερότανε να γίνουν όπως πρέπει οι συστάσεις!

Ο Μπόμπι, που έχει διαγνωστεί με κάποια στοιχεία λειτουργικού μεν, όμως αυτισμού – μου λεει ο μπαμπάς του (πάντα ντροπαλά). Κι εγώ του λέω για την προίκα που έχουν μερικά παιδιά όπως ο Μπόμπι – και βλέπω τον πατέρα του να απεκδύεται τις μάσκες της ντροπής αποτυχόντος πατρός, λάμπει ευθύς το ευπρόσωπό του πρόσωπο καθώς μου διηγείται το ταλέντο αυτού του Μπόμπι να αφοσιώνεται στα σχέδια και στις ζωγραφικές. Κι επίσης σκέφτομαι, τέτοιο παιδάκι με καρδιά που να χωράει τις ερωτήσεις για το όνομα της Σάρας ώσπου να καταλάβει ως και το δυσπρόφερτο Εγκλαντίν, τέτοια ωραία κι ακριβής επιμονή. Κι όσο για τη λεγάμενη – είχε να μου καγχάζει ότι δεν είχε ανάγκη να φαντάζεται φαντάσματα – πως έχει μία τάση να διαβλέπει, και να προβλέπει, να προτρέπει το Εξαίσιο – και θα το πρόσεξα και γω, ή δεν το είδα;

DSCF3654 (2)

Η Γλωσσού.

Εις τις υπηρεσίες των Τεχνών, καλοντυμένοι.


Έτυχε τις προάλλες και θυμήθηκα κάτι ελαιογραφίες παλαιότερες, του 1783 συγκεκριμένα. Φτιαγμένες απ΄το χέρι ενός περιπλανώμενου ζωγράφου υπό το όνομα κι επώνυμο Άρνολντ Άλμοντ, έχουνε απαθανατίσει το υπηρετικό προσωπικό της Χάρης Του Τζων Φρέντρικ Σάκβιλ, 3ου Δούκα του Ντόρσετ και προγόνου της αξιοσημείωτης Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ (που υπήρξε εράστρια της Βιρτζίνια Γουλφ και αποτέλεσε την έμπνευση για το αριστουργηματικό βιβλίο της “Ορλάντο”). Ο Δούκας ήτανε το αποτέλεσμα της εποχής του, μιας εποχής που θα φερόταν στους υπηρέτες των αριστοκρατικών νοικοκυριών με μιαν αβρότητα που πια δεν συναντάται (ή έτσι ισχυρίζονται αυτοί που αναγνωρίζουν τα σημάδια καταπτώσεων των καιρών). Ήτανε θεμιτό οι υπηρέτες να ενδύονται με ρούχα προσεγμένα (αντίθετα με τις κατοπινές τάσεις, κατά τη βικτωριανή και εδουαρδιανή περίοδο, που επέβαλαν ομοιομορφία των στολών ώστε άμεσα να διακρίνεται το είδος της υπηρεσίας: καμαριέρα, παραμαγείρισσα, μαγείρισσα ή οικονόμος, – σκεφτείτε τις απαισιότητες και τις κοινωνικές διαβαθμίσεις των υπηρετών στο Gosford Park, να μ’ εννοήσετε).

GosfordPark9

Συμφωνία σε Άσπρο και Μαύρο: ο καθείς ανάλογα με τη σειρά του, για να μην διαταράσσεται και η ιεραρχία.

Όχι, τον δέκατο όγδοο αιώνα η εκτίμηση της καταστάσεως ήταν σαφώς αλλιώτικη: οι υπηρέτες ήταν ορισμένως μέλη της ευρυτέρας μας οικογενείας, ήτανε κάπου ανάμεσα στο κατοικίδιο και στο αίμα μας το ίδιο, αγαπητοί μου. Ο τρόπος δε, της ένδυσης, είναι ένας άθλος της ευγένειας και της διακριτικότητας, αλλά επίσης και μιας μέγιστης  άσκησης της ασκήσεως εξουσίας. Ας πούμε – έχει να το λέει και το ανάλογο πρωτόκολλο, ότι ο Ευγενής μπορεί να ενδύεται ενδύματα όποιου χρώματος του έρχεται στη γκλάβα, μα τέτοιες ελευθεριότητες δεν είναι σε αυτόν επιτρεπτές σε σχέση με τις αμφιέσεις των υπηρετών: αυτές είναι επιβεβλημένο να βασίζονται πάνω στα χρώματα και τους συνδυασμούς αυτών, όπως υπάρχουν στο εκάστοτε οικόσημο. (J. Cussans, The Handbook of Heraldry (1869) σελ. 314.) Δείξε μου τη στολή του υπηρέτη σου, και θα σου πω ποιός είσαι, ποια είν’ η σκούφια σου. Με λεπτομέρειες που θα ξενίζανε τους πάντες, εκτός από στρατιωτικούς και ταγματάγγελους, υπήρχε μια οργάνωση που επέτρεπε να ξέρει ο καθένας ποια είναι η θέση του, αλλά κυρίως που επέτρεπε την αναγνώριση του υπηρέτη σε σχέση με το “τάγμα” του, τον οίκο που είχε κληθεί να υπηρετήσει, και τους συσχετισμούς δυνάμεων ευρύτερα – ας πούμε, υπήρχανε διακριτικά που ήταν μόνο για χρήση από τους υπηρέτες του μονάρχη! Έτσι λοιπόν, ας κάνουμε μια άσκηση – κι ας δούμε τι πληροφορίες μας χαρίζει το πορτραίτο το ακόλουθο:

scan-14

Ο Υπηρέτης Ντάνιελ Ταίηλορ, με λιβρέα σε χρώμα μπλε με κίτρινο χρώμα σε θέση δευτερεύουσα (γιακάς, πέτο), ασημί κουμπιά και χρυσαφιές επωμίδες.

Αυτά τα ιδιαίτερα στοιχεία της αμφίεσης υπονοούν ότι ο κύριός του είναι ευγενής, ανήκει στο στρατό, το οικόσημό του έχει πρωτεύον χρώμα το μπλε με δευτερεύον χρώμα το κίτρινο, καθώς και λεπτομέρειες χρώματος ασημί. Και έπειτα, με τη σειρά τους, ετούτα τα στοιχεία συμφωνούν κι αποκαλύπτουν ότι το αφεντικό του ήτανε ο τύπος ο δικός μας, ο Τζον Φρέντρικ Σάκβιλ, 3ος Δούκας του Ντόρσετ (24 Μαρτίου 1745- 19 Ιουλίου 1799), ένας λιγάκι έκλυτος, ως λέγεται, που είχε όμως γίνει ως και Πρέσβης. Ο Δούκας μας, είχε λοιπόν αποφασίσει να αγκαζάρει το ζωγράφο να του φτιάξει πορτραίτα όλων των υπηρετών του – αυτούς εντός σπιτιού, μα και τους άλλους, που πασχίζανε χειρώνακτες στα δουκικά του τα χωράφια εργαζόμενοι. Οι πίνακες αυτοί τώρα υπάρχουν στο Knole, αλλά μπορείτε να τους δείτε με μια κλεφτή ματιά αμέσως τώρα.

knole-portraits

Μοιάζουνε τόσο ευγενείς, καλοντυμένοι! Μικρά πορτραίτα, μα μιας τέτοιας δεξιότητας…

Και θα μπορούσαμε για ώρες να ασχολούμαστε με τα ονόματα (όλα γραμμένα πίσω από τα πορτραίτα, επιμελώς) και τις στολές υπηρετών στο διηνεκές, αν δεν με πίεζε η φύση μου η άναρχη να σας μιλήσω για έναν κύριο Ζακίρωφ, και για μια τέχνη που μου πήρε την καρδιά. Κι ομολογώ, ότι ετούτη η ανάρτηση είχε σκοπό να αντιπαραβάλει τις δύο όψεις των πορτραίτων υπηρέτου.

Ας πάμε ώστε, επί του πρακτέου. Έλνταρ Ζακίρωφ, αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής της Τασκένδης το 2005. Τo 2012, ο κύριος Ζακίρωφ έφτιαξε μία σειρά από πορτραίτα που έχουνε κι αυτά μια ιστορία που μέσα σε εμένα αντηχεί: έξι πορτραίτα καμωμένα των πέντε γάτων (από τους περίπου εβδομήντα) που διαφυλάσσουνε τα έργα του μουσείου Ερμιτάζ, παρακαλώ! Και επειδή εγώ το Ερμιτάζ το αγαπώ, μιας και εξ αιτίας του θα είχα κάνει γνωριμία με κάποια με το ονοματεπώνυμο Σόνγια Ροστόβα (πρώην Μαρμελάντοβα) που στο Ερμιτάζ θα είχε πάει μια ημέρα γιορτερή (για να χαρεί τη χάρη γλυπτού Έρωτα, αλλά επίσης και τη σκόνη της Ψυχής, την αρπαγή Σαβίνων, το μπούστο της Μεγάλης Αυτοκράτειρας σε μέταλο, προσευχητάρια σε σμάλτο εικονισμένα, αρχαία και χρυσά βαρβαρικά, σιβηρικά… Ε, τέλος πάντων – ας δεχτούμε πως του έχω του Ερμιτάζ αδυναμία!).

Και πώς θα ήταν δυνατόν να μην του έχω, άπαξ και έμαθα και το απίθανο των γάτων; Διότι, τρέχουνε οι γάτοι στα υπόγεια, καμμιά φορά μπαίνουνε και στις αίθουσες τις πάνω και λιμαίνονται τα εδάφη των τεχνών, επιτηρούν. Η μυρωδιά τους αποδιώχνει κάθε ασέβεια που δείχνουν τα ποντίκια κι οι αρουραίοι προς την Τέχνη. Υπάρχει μια παμπάλαια ιστορία, πως κατ’ αρχάς, ήταν η ίδια η κόρη του Αυτοκράτορος του Πέτρου που έφερε τις γάτες στο ανάκτορο, μετά ενίσχυσε την τάση η Μεγάλη Αικατερίνη, τιμώντας αυτά τα γατιά και ονομάζοντάς τα Φύλακες Τέχνης ( ή κάτι άλλο, πλην παρόμοιο). Και για να εξακολουθήσουν οι τιμές, τα μεγαλεία – αλλά επίσης και γιατί σαφώς το αξίζουνε, έχοντας θέσει εαυτούς στην Καλλιτεχνική Υπηρεσία των Τεχνών, αποφασίστηκε ο νεαρός κύριος Έλνταρ Ζακίρωφ (που ούτε καν ετών τριάντα, ο εξαίρετος) να λάβει τις προτάσεις της υπεύθυνης των γάτων του μουσείου, Μαρία Χαλτούνεν – για το ποιοί γάτοι θα μπορούσαν να υπάρξουνε μοντέλα για τις γατίσιες προσωπογραφίες. Ως τίμιοι υπηρέτες θα ντυνόντουσαν λιβρέες της εποχής των τσάρεβιτς, θα έχαιραν μπορντούρες με δικέφαλους αητούς, κουμπιά, κουμπάκια και περίτεχνα βελούδα. Σας παραθέτω τις εικόνες τους, που αν και δεν είναι αληθινά ελαιογραφίες, ωστόσο έχουνε το στυλ των Ρώσσικων πορτραίτων της Αυλής του 18ου και 19ου αιώνα, όπως θα είχανε ζωγραφιστεί από τους Όρεστ Κιπρένσκυ και Ίλυα Ρέπιν.

Αυτοί οι γάτηδες, με τα ωραία τους επαγγελματικά διακριτικά – πρώτος τους ο Μαθητευόμενος Γάτος Ζαχαροπλάστης της Αυλής του Ερμιτάζ, δείτε τι όμορφος με τα σειρίτια του, με τα λαμπρά κουμπάκια του και το φρουί γλασέ να το μισομαντεύουμε πίσω αριστερά σ’ ένα τριώροφο πυργάκι-φοντανιέρα… Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-4

…που θα μπορούσε και να ήταν στρατηγός, και αρχιστράτηγος, ακόμα και μικρός τυμπανιστής σε μια ορχήστρα, μα έλα που διάλεξε να απασχολείται με τη ζάχαρη (αλλά και τις δοκιμασίες των ερώτων, είναι ακόμα νεαρός και τόσον εύελπις!).

 

Μετά από αυτόν, θα έρθουν κι άλλοι: ο Αρχιθαλαμηπόλος, σοβαρός με κόκκινη στολή σχεδόν αιμάτινη, με τις μπορντούρες ασημόχρυσης κλωστής πασμαντερί. Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-6

Ο Σερβιτόρος της Αυλής, με τα τριών ειδών κουμπάκια και το διακριτικό του φιόγκο, μες στα χρυσάνθεμα του φόντου και τις ντάλιες.

Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-1

Αυτόν εδώ τον πιτσιλάτο γάτο, μαθαίνω πως τον λένε (αλήθεια) Κούζμα.

Ο μελαμψός Μαυριτανός με το σαρίκι του, πίσω του αναμνήσεις από κάθετες μορφές αρχιτεκτονικής της προσευχής (είχαμε κάποτε κι εμείς το μιναρέ μας). Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-2

Ο ίδιος Μώρος, με το γελέκι του βλατί και χρυσοποίκιλτο, δύο φιδάκια μερωμένα κατεβαίνουνε από το ύψος της λαιμόκοψης και σταυροχαιρετιούνται αντικρυστά, ενώ τριγύρω τους κρίνα της άμμου, της ερήμου και των ευαγγελισμών ανθοφορούνται εν τω μέσω της χιόνος, της νιφάδας, της πιτσίλας… Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-3

Και τελευταίος, ο Προάγγελος της Άμαξας με τη λιβρέα του που έχει σα στολίδι στα κουμπιά και στα σειρίτια το σήμα του Δικέφαλού μας Αητού (βοήθειά μας, Βασιλεύουσά μου Πόλη).

Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-5

Κι αυτόν εδώ τον λένε Ρίκι ο Πρεσβύτερος!

Καταλαβαίνετε, η Τέχνη θέλει Τέχνη – και, αν οι υπηρέτες κάποτε ανήκανε στα μέλη είτε και στα αντικείμενα ενός αρχόντου, σα τσουμπλέκια να λογιάζονται, τώρα οι γάτοι που φυλάνε απ΄το ροκάνισμα των τρωκτικών τα μεγαλεία των τεχνών του παρελθόντος, αξίζει σίγουρα να συμπεριληφθούν μεγαλειώδεις, ταπεινοί, γουνοεφτάψυχοι, χουρχουριστοί και τριχωτοί, καλοντυμένοι!

“Ο Αυθέντης του Πύργου”: ένα Γοτθικό Ρομάντσο.


Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μας υπήρχε, μεταξύ άλλων, μια σειρά από δέκα δερματόδετα βιβλία (καφέ με διάφορες χρυσομπορντούρες, πιστεύω ήτανε εκδόσεις της δεκαετίας του ’70). Είχα περάσει ώρες από την παιδική μου ηλικία χωμένη στο κρεβάτι ξεφυλλίζοντας εκείνες τις κάπως σκληρές σελίδες – θυμάμαι ότι η υφή απ΄το χαρτί ήταν μεν μαλακή, μα το χαρτί πρέπει να είχε κάποιο πάχος, κι έτσι εκείνα τα βιβλία ήταν επιτομές μιας λογοτεχνικής βαρύτητας (αφού ήταν ταυτόχρονα κάπως χοντρά, κάπως σκληρά, κάπως λιγάκι ίσως και να στερούνταν σχετικής ευελιξίας) δεν ήτανε το είδος του βιβλίου που σ’ αφήνει να το επεξεργαστείς με την αφή, να το οικιοποιηθείς. Και, αν και εγώ δεν είχα τάσεις να επιθυμώ να τσαλακώσω, να υπογραμμίσω ή εν γένει να φερθώ κάπως σκαιά στους βασικούς φίλους της παιδικής μου ηλικίας, ένιωθα κάποιο μερικό εκνευρισμό απ΄το ότι οι γωνίες του βιβλίου είχανε τη δυνατότητα να αφήνουνε στο δέρμα μου διάφορες κοκκινίλες, αφού συχνά θα τα στερέωνα επάνω μου, γιατί κουράζανε τα χέρια μου έτσι όπως ζύγιζαν πολύ, όντας θεόρατα (σε σχέση με τα κόμιξ, που επίσης με μανία καταβρόχθιζα). Εκείνα τα βιβλία υπάρχουνε ακόμη σε κάποιο σπίτι στο οποίο δεν έχω πρόσβαση (ή, έστω έχω πρόσβαση μονάχα μερική). Θυμάμαι κάποιους απ΄τους τίτλους – και θυμάμαι διάφορες απ΄τις λεπτομέρειές τους, ενώ κάποια άλλα στοιχεία επιμένουνε με πείσμα να διαφεύγουν απ΄τη μνήμη μου. Και για του λόγου το αληθές, τους παραθέτω εδώ (γιατί, ποιός ξέρει;) ίσως κάποιοι να έχουνε κι εκείνοι ενθυμήσεις – ίσως να είχανε ακόμα και ετούτη τη συγκεκριμένη ακόμα έκδοση (που, απ΄ότι έμαθα αργότερα, θα την πουλάγανε μέσω αντιπροσώπου απ΄τις εκδόσεις – των οποίων εκδόσεων δε θυμάμαι όμως ούτε καν το όνομα…). Λοιπόν, αρχίζω – κι ο θεός να ΄ναι βοηθός μου στο εγχείρημα! Για κάποια από εκείνα τα βιβλία θα αναφέρω μόνο τίτλους – και για άλλα, θα αναφέρω και το όνομα συγγραφέως, όπως ήτανε στη ράχη τη δερμάτινη…

Ο μύλος στον Φλος – Τζωρτζ Έλλιοτ/ Το μυστήριο του Έντουιντ Ντρουντ – Κάρολος Ντίκενς/ Ο άνθρωπος με το ξυρισμένο κεφάλι – [……………]/ Οι εξομολογήσεις του Φέλιξ Κρουλ – Τόμας Μαν/ Μπροστά στον καθρέφτη – [……………]/ Η στενή γωνιά – [Σώμερσετ Μωμ]

Αλλοίμονο, δε φαίνεται να τα θυμάμαι όλα πλέον! Αλλά υπάρχουνε, όσα υπήρχανε και τότε – και κάποια άλλη στιγμή πιστεύω ότι θα μπορέσω να εξακριβώσω ό, τι η μνήμη μου αρνείται  τώρα να παραχωρήσει, η μπαμπέσα… Από αυτά, το πιο αγαπημένο μου θα είχε υπάρξει το βιβλίο του Τόμας Μαν: ο Φέλιξ, ήτανε συνονόματος του σκύλου μας, και είχε μια γλώσσα που ήταν φιλική προς το παιδί που είχα υπάρξει: γιατί μέσα σε κείνο το βιβλό υπήρχαν χαρισματικές αναφορές στην παιδική του απατεώνος Φέλιξ Κρουλ την ηλικία, κι υπήχε και μια γλώσσα που ανάδευε τα κύματα υπό το βλέμμα της νεράιδας Λορελάι (έξτρα κυβέ, για όσους από εσάς αναγνωρίζετε τη ζωγραφιά της ετικέτας των κρασιών του πατρός Κρουλ). Συνήθιζα να μασουλάω καραμέλες, ενώ διάβαζα. Αυτές ήταν κάτι λευκοασημιές, ή κάτι ασημοροζέ, επίσης κάτι χρυσοκίτρινες (τις αγοράζαμε από ένα καραμελάδικο στην κεντρική οδό της Πλάκας, την οδό Αδριανού, αν ενθυμούμαι και σωστά – έχω αρχίσει ν’ αμφιβάλλω για τη μνήμη μου εδώ και μια παράγραφο περίπου, μ’ εννοείτε…). Και ήτανε μια ευτυχής στιγμή της συγκυρίας λογοτεχνίας και ζωής “πραγματικής”, όταν θα είχα ανακαλύψει μια σελίδα που θα περιέγραφε εκείνο το καραμελάδικο ακριβώς  (αν και περίπου), μες στις σελίδες του κυρίου Τόμας Μαν. Λίγα χρόνια αργότερα, θα τον ξανάβρισκα στη Βενετία ν’ ανατέμνει ομού θάνατο και έρωτα, και κάποια άλλη ιστορία βιβλική – με τη μαμά του Μωυσή που ήταν κόρη φαραώ και είχε βάλει να σκοτώσουν (αφού θα είχε όμως πρώτα αποκτήσει σαρκικώς ενός καπρίτσιου της το ποθητό κορμί – κι εκείνο το καπρίτσιο της θα ήτανε, αν ζούσε, του καλαθο-ευρεθέντος Μωυσούλη ο μπαμπάς…).

Αυτό είναι το πρόβλημα με τις λογοτεχνίες: μας παίρνουν και μας πάνε σε περίπατους, επιθυμούν από εμάς ν’ ακολουθήσουμε τις σκέψεις, να εφεύρουμε εκλεκτικές συγγένειες και σόγια! Ε, για να μην πολυλογώ, έμαθα διάφορα από εκείνη εκεί τη δερματόδετη σειρά… Όπως, ας πούμε, πως γινόταν να πεθάνει ο συγγραφέας χωρίς να έχει καν τελειώσει το μυθιστόρημα που έγραφε: ούτε ο Φελιξ Κρουλ, ούτε ο Έντουιντ Ντρουντ θα είχαν καταλήξει σ’ ένα τέλος. Αλλά κι ο Τόμας Μαν, κι ο Ντίκενς θα τα κλείνανε τα μάτια τους αφήνοντάς με μες στα κρύα του λουτρού τους. Αυτό, είναι μια βάρβαρη υπόθεση, αλλά οφείλει ο αναγνώστης να αποδέχεται την αποχώρηση που έρχεται απρόβλεπτη (όπως μες στα βιβλία, έτσι κι έξω στη ζωή – όπως εν ουρανώ, και επί της γης – και ο μακρόκοσμος διέπεται από νόμους που ορίζουν το μικρόκοσμο, και δε μιλώ εδώ απλώς αλχημικά).

Λοιπόν, σ’ αυτό το όμορφο κολιέ των δερματόδετων (σ’ αυτή τη θαλερή οδοντοστοιχία, ούτως ειπείν) θα εμφανιζόταν εν καιρώ ένα κενό, το οποίο θα κατέτρωγε τη σκέψη μου – δε μου αρέσουν τα κενά, είναι αντίθετα στην αίσθηση που έχω για την τάξη – μα υπάρχουν. Το δε συγκεκριμένο, είχε έναν τίτλο που μου σύγχιζε το νου τον παιδικό μου, αν και ως ανάγνωσμα ήτανε μάλλον φιλικό προς ανηλίκους, ή έστω, φιλικό προς την ανήλικη που είχα εγώ υπάρξει. Επιγραφόταν με το όνομα “Ο Αυθέντης του Πύργου” – και αυτό με έκανε να σκέφτομαι αν έχουν οι Αφέντες Αυθεντία – ή τέλος πάντων τί να ήτανε εκείνος ο Αυθέντης; Και η κυρία που το είχε γράψει ήταν μια κυρία Βικτώρια Χολτ. Τώρα, το θέμα είναι ότι ίσως και να είχε μια ελαφριά ομοιότητα με τα ΒΙ(βλία) ΠΕΡ(ιπτέρου) της τάξεως των Νόρα – αλλά και πάλι, δε θα ήταν τόσο ανεκδιήγητα παρηγορητικό – είχε κάποιες ιδιαιτερότητες στο ύφος, κάτι που έλαμπε σαν ζοφερό πετράδι, ακατέργαστο. Η ηρωΐδα, ας πούμε, ήταν συντηρήτρια έργων ζωγραφικής. Υπήρχε μνεία για ένα σμαραγδένιο περιδέραιο που άστραφτε. Υπήρχε κάτι που θα θύμιζε τις αδερφές Μπροντέ, ενδεχομένως. Και είχε εκδοθεί με αξιόλογη παρέα και συντροφία – τους προαναφερόμενους κλασσικούς συγγραφείς σα γκαραντί του. Και δεν το είχα πια στην κατοχή μου, και μου έλειπε – γιατί θα ήθελα να το ξανακοιτάξω ως ενήλικας, και να χαμογελάσω με τα ίχνη κάποιας παρωχημένης τρυφερότητας απέναντι στην αναγνώστρια που ήμουν, ως παιδίσκη.

Eleanor_HibbertΚαι, πώς τα φέρνει η ζωή! Μόλις πριν από κάποιες μέρες, θα αναλάμβανα ένα μικρό προσκύνημα στην κάμαρα που έγραφαν τις νύχτες και τα απογεύματά τους οι Μπροντέ! Και σε μια διανυκτέρευση κατά τη διάρκεια της προσκυνητικής μου εκδρομής, θα είχε τύχει να βρεθώ να καταλύω σε έναν πύργο (σχετικώς) που θα τον είχαν μετατρέψει σε μικρό ξενοδοχείο μιας φιλοξενικής παραμονής – και τί θα έβρισκα μέσα στα αφημένα εκεί βιβλία (σαν είδος μιας δανειστικής/χαριστικής βιβλιοθήκης φανταστείτε το); Για όποιον μάντεψε – μαντέψατε σωστά! Κι έτσι, ξαναξιώθηκα να αποκτήσω το βιβλίο μου, αν και σε ξένη γλώσσα κι όχι πια τη μητρική, αλλά παρέα με μια ανάμνηση από το ρόπτρο που θα είχε η εξώπορτα σ’ εκείνο το, πια γκρεμισμένο, σπίτι που μασούλαγα τις ασημένιες καραμέλες των χρωμάτων (ροζ, άσπρες, και το πράσινο της μέντας – που μόλις φάνηκε στο κέντρο απ΄το βλέμμα της ανάμνησης, γιατί το είχα παραβλέψει και εκείνο).

DSCF3124 (2)Σαν υστερόγραφο: Η Βικτώρια Χολτ είναι ανύπαρκτη – αλλά η Έλινορ Χίμπερτ ήταν υπαρκτή: είχε γεννηθεί την 1 Σεπτεμβρίου του 1906 στο Λονδίνο, και πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1993 εν πλώ μεταξύ Αθήνας και Πορτ Σαΐντ – το σώμα της αφέθηκε στη θάλασσα, μια τελευταία κατοικία αντάξια των συγγραφέων που υπήρξε. Γιατί η Βικτώρια Χολτ, ήταν απλά ένα από τα οχτώ ψευδώνυμά της – συνολικά θα είχε γράψει γύρω στα 200 βιβλία τα οποία θα περιελάμβαναν διαφορετικά είδη γραφής, κυμαινόμενα από ιστορικά μυθιστορήματα, αισθηματικά, αστυνομικά, εγκληματικά – και ό, τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου… Γι’ αυτό, αξίζει να υπενθυμίζουμε στους επικριτικούς κριτές μέσα στον εαυτό του αναγνώστη που είμαστε – να μην κρίνουμε τα έρμα τα βιβλία (και τους καημένους συγγραφείς) απ’ τα εξώφυλλα!

JP1

Victoria Holt αλλιώς Jean Plaidy επίσης Philippa Carr ακόμα Eleanor Burford επιπλέον Elbur Ford και Kathleen Kellow ομού Ellalice Tate ή Anna Percival – δηλαδή, όπως σας αρέσει…

Διαλογισμοί της Πέτρας: μια εγκατάσταση (μέρος β’).


“Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε πέτρα κελεύει”. Δεν είναι κάθε μέρα του Αη-Γιαννιού, αγαπητοί κι αγαπητές μου, να έχουμε εφεύρει την ψυχική αυτοκίνηση και να πατάμε γκάζια καθημερινώς… Κάθεται μερικές φορές το οικοσύστημα, κι απ΄το Ζενίθ πατώνουμε αυτομάτως στο Ναδίρ, και παρακάτω, και πολύ πιο παρακάτω. Το θέμα είναι, να μπορούμε μετά να παλινορθωνόμαστε, και να στεκόμαστε ξανά στα δυο μας πόδια! Ε, κάτι τέτοια λέγαμε τακτοποιώντας πολύχρωμα φορεματάκια στα κουτάκια τους, και τα κουτάκια ύστερα μέσα στις μεγάλες ταξιδιωτικές βαλίτσες της πριγκιπέσσας Σαραμικροσκοπικούλας – γιατί με τις εκθέσεις και τα έτερα καμώματα είχε γεμίσει ο τόπος με πολλή αναταραχή που, ναι μεν είναι περίφημη κατάσταση, αλλά μέσα στο σπίτι μου το ίδιο εγώ πια δε μπορούσα να πατήσω κι έπρεπε να κυκλοφορώ σαν το γατί, ανάμεσα από της κούκλας τα προικιά και τα συμπράγκαλα. Σε όποιον δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια – αυτό λέγεται ευρέως. Να συμπληρώσουμε, παρακαλώ: ότι και σε όσους δεν έδωσε ο διάβολος ανίψια, έδωσε μάλλον ο Θεός κάτι κουκλιά! Διότι, εάν δεν είχα τη Λεγάμενη, πώς, ερωτώ, θα είχα τρόπο να κάνω φορεσιές αλχημικές (και δη δεκάποντες); Είχαμε, απ΄ότι που θυμάμαι, απομείνει στη φορεσιά νούμερο 6, απ’ τις προάλλες. Έ, ας βαδίσουμε με βήμα αποφασιστικό προς τις επόμενες, κάνοντας όμως μία στάση να συνδέσουμε τα προηγούμενα μ’ αυτά που έρχονται μετά – ως ακολούθως!

regine2

“Viriditas”: Τα χρώματα κατέχουν τη σοφία – λευκή κορνίζα με ασημένια ανατριχίλα – η επιθυμία του χρυσού να τελειοπραγματωθεί, είναι αυτό που βρίσκεται στο κέντρο του αλχημικού φιλιού, του ερμητικού.

Όπως θυμάστε, στην αριστερή μεριά υπήρχε μία κορνιζωμένη επεξήγηση: από εκεί θα ξεκινούσε η περιήγηση, και θα τελείωνε στην ακριβώς απέναντι μεριά με το κουτάκι για τα σχόλια κι εντυπώσεις.

comments

“Meditationen eines Steines” (The Stone Meditations/ Διαλογισμοί της Πέτρας). Η σωστή γερμανική γενική με βοήθεια της φίλης Μ.Λ. – τα γραμματόσημα εικονίζουν την κεφαλή του Ερμή και τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά (το δεύτερο, δώρο της Ε., και το οποίο σχετίζεται με τα εκθέματα της δωδέκατης γυάλινης προθήκης που θα αναφερθεί εν ευθέτω).

Τα σχόλια που θα είχαν αφεθεί με τη μορφή γραπτών κι αποδειγμένα υπαρκτών θα ήτανε ελάχιστα – θα υπήρχαν όμως συζητήσεις, μικρές αναφορές σε παιδικές και μισοξεχασμένες αναμνήσεις – μια αύρα από το ανείπωτο, το φευγαλέο, η φρισόν κάποιας συγκίνησης: κάποια παλιότερη και υψηλότατα ιστάμενη προϊσταμένη (τώρα πλέον συνταξιούχος) θα ερχότανε ν’ αγγίξει ένα φόρεμα σε χρώμα χτυπητό πορτοκαλί, που επάνω του ήτανε κεντημένη η ετικέτα μιας πολύ παλιάς κουβέρτας (“Μα τις θυμάμαι, από πολύ παλιά, είχαμε μία τέτοια όταν ήμουνα μικρή”, θα είχε πει με βλέμμα ονειροπόλο και με ντροπαλά ίχνη νοσταλγίας και θαυμασμού). Κάποια άλλη κυρία μου επεσήμανε ότι στα νότια της Γαλλίας όπου πάει για διακοπές, σε πάγκους στις αγορές πουλάνε φορέματα για κορίτσια, και ίδια φορεματάκια για τις κούκλες τους – και πως θα έκανα χρυσές δουλειές, και ότι θα ήθελε να μου φέρει ένα φορεματάκι από τη Γαλλία, να το έχω. Δε θα γίνει, φυσικά, γιατί δεν ανταλλάξαμε διευθύνσεις – αλλά και μόνο το χαμόγελό της και η πίστη της στην εμπορική επιτυχία της ραπτικής μου, με έκανε να χαμογελάσω με πολύ μεγάλο κέφι! Μιλώντας για ραπτική, μου έγινε η ερώτηση πώς κι άραγε ενδιαφέρομαι για την Αλχημεία, τι σχέση έχω με αυτά, όντας Ράπτρια; (Δε γνωρίζω, θα ήθελα να πω – αλλά δεν είπα.) Μια άλλη κυρία πάλι, θυμήθηκε δυο αναμνήσεις – της ήρθαν μαζί, μέσα από το οπτικό ερέθισμα των φορεμάτων. Είναι τώρα γύρω στα 65, θυμήθηκε μια φίλη της παιδική που είχε μια κούκλα, και που εκείνη με τη σειρά της είχε μια βαλίτσα με προικιά, από κάποια παλιότερη εποχή περισωσμένα. Η ίδια αυτή φίλη είχε μια μαμά που έψηνε ψωμί στο οποίο μέσα έβαζε ζάχαρη και κανέλα, και η ανάμνηση της μυρωδιάς και της γεύσης, όπως και η ανάμνηση των υφασμάτων και της βαλίτσας εκείνης της κούκλας, την έκαναν (μου είπε) να νιώσει λίγο σα να ξανάβρισκε έναν παλιό παράδεισο. Τώρα, μπορώ να προχωρήσω στην παρουσίαση των έξη επόμενων προθηκών, φωτογραφικά: άλλοτε με φωτογραφίες λεπτομέρειας, άλλοτε με φωτογραφίες ολομέρειας – ιδού!

7

7: “Separatio” – οι υπόγειες διαδρομές των μυρμηγκιών…

8

8: “Conjunctio” – ή αλλιώς, το Οκτώ της Αιώνιας Ζωής (στις δικές μου αλχημείες έχει ένα ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης – και εντελώς συμπτωματικά, πίσω από αυτήν την προθήκη, εντόπισε η Ε. ένα ελάχιστότατο και μικροσκοποκότατο ζαράκι, ακουμπισμένο στο γείσο του παρθύρου, πίσω και δεξιά. Φυσικά, το πήρα μαζί μου φεύγοντας, τι θα κάναμε χωρίς τα μαγικά ομπζέ τρουβέ!).

9

9, “Putrefactio in Sulphur”, ο Κολασμός στο Σούλφουρο, το κιτρινόθειαφο κι η Αλχημεία εν Δράσει: εκεί που το Μέσα γίνεται Έξω, και το Αντίστροφο – τα ροζ παπούτσια της φωτογράφου.

γτμοριο

Τρίτο Τεταρτημόριο Φορεμάτων

10

10, “Solutio Sulphuris Corporalis” – ποια άραγε να είναι η Λύση της Θειούχας μας Ενσάρκωσης;

11

11. “Solutio Sulphuris Luminis “: Ενδέκατη Διαδικασία στο Μέγα Έργο, η τελευταία πριν το τέλος – ή μήπως όχι;

12

12: “Fermentatio in Elixer” – θα έλεγε κανείς ότι η ζύμωσή μας επιτεύχθηκε – αλλά το τέλος είναι πάντοτε και μια άλλη αρχή…

Στην τελευταία από τις δώδεκα προθήκες δε θα υπήρχε πια φορεματάκι – αλλά εκείνο το καπέλο απ΄το Πάσχα, όταν η Σάρα βόλταρε μέσα σε κήπο πράσινο ψάχνοντας τα δωράκια των λαγών… και μία πέτρα κόκκινη, από το μοναστήρι της Αγίας Κατερίνας Σιναΐτισσας, που ήταν προσφορά από την Ε., στο ευγενές άθλημα της μικροτεχνοαλχημείας και εγκατάστασης! Έτσι λοιπόν, πέτρα και καπελάκι μες στο πιατάκι με λουλούδια ζωγραφιές, αυτό θα ήτανε το Έργο το Δωδέκατο… αλλά, όπως το ξέρουν οι αλχημιστές ανά τον κόσμο, δε γίνεται ποτέ να υπάρχει τέτοια απλότητα σε ένα εγχείρημα που ασχολείται με μαγείες και προσφορές… Έτσι λοιπόν, το καπελάκι είχε τη δική του επιγραφή, όπως άλλωστε και η κόκκινή μας πέτρα – και, αντιγράφω: το καπελάκι, 13 (τυχερό δεκατριάρι!) – “Multiplicatio in Virtute” δηλαδή Πολλαπλασιασμός των Αρετών – κι η η πέτρα μας, ευχή για την αφύπνιση κι άλλων πετρών, και Πέτρων, κι άλλου κόσμου – γιατί η κάθε πέτρα έχει το όνομά της – άλλες τις λένε Εγκλαντίνα, άλλες Σάρα, άλλες ας πούμε πως τις λένε και Μιχάλη, Μανώλη, Γιάννη, Ερνεστίνα, Κλεμεντίνα, Δανάη κι Αγάθη, ίσως κι όλας Μαριάνθη, Χριστίνα, Μαίρη, Ματτ, Μπάρρυ και Λίζυ, και Σουλεϊμάν, Μαρίζα, Λεϊλά – και πάει έτσι λέγοντας, κι αυτό μας οδηγεί στην τελική (για το επίτευγμα το τωρινό) διαδικασία, που είναι η Multiplicatio in Quantitate, που πάει να πει Πολλαπλασιασμός Ποσοτικός.

φη

Το πιάτο στο οποίο είχαν αφεθεί οι κάρτες γα μια πιθανή ανατροφοδότηση, θα παρηχούσε το πιάτο της Δωδέκατης Προθήκης – Και μια και λέμε για Ποσοτισμούς, ήταν εντέλει τρεις αυτές οι κάρτες που μου άφησαν, οι άνθρωποι είναι πολύ ντροπαλεμένοι όταν γράφουν (όπως φαίνεται!).

Αντιγράφω τα δύο από τα σχόλια, αφού το πρώτο έχει ήδη συμπεριληφθεί στην προηγούμενη καταγραφή (ήταν ένα εδάφιο από την Αποκάλυψη Ιωάννου).

Αγαπητή Ολβία, τι όμορφα φορέματα! Και πόσο ταιριάζουν με τη διαλεξη, εκτιμώ πολύ τη δουλειά σου. Μ.Μ.

φη2

“Ο Φόβος του Άδειου Χαρτιού”

 

Αξιαγάπητο, λεπτομερές ονειροκλώθημα και δέσιμο εικαστικό. Συνδέει το Έξω με το Μέσα, με τη μαγεία της βελονιάς. Με αγάπη, από τον Μ.

φη3

Ο Τολμηρός Εννενηντάχρονος Σχολιαστής – τόσα Ευχαριστώ!

Και μια τελευταία αναφορά – εκ μέρους της ομιλήτριας: Η δουλειά αυτή παρουσιάζει μια πιθανότητα Θηλυκής Αλχημείας.

Κι αυτό το τελευταίο – από τη μία αλχημίστρια στην άλλη, αναγνώρηση – ήτανε κάτι που (το λέω) με συγκίνησε πολύ…