Στην Ακτή: η κομψότητα της καταγγελικής γραφής του κυρίου ΜακΓιούαν.


 

9461-fitandcrop-405x320

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα “Στην Ακτή (του Τσέζιλ)”, θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι το θέμα του είναι η σεξουαλική αμηχανία δύο νιόπαντρων νεαρών στην αρχή της δεκαετίας του ’60. Και ναι, αυτό είναι μια δίκαιη και σωστή υπόθεση, αλλά αυτό που υποστηρίζω εδώ, είναι ότι ο Ίαν ΜακΓιούαν μπορεί να φαίνεται πως έχει σα θέμα του αυτή την αμηχανία (και τις δυο διαφορετικές της εκφάνσεις ανάλογα με το φύλο των ανθρώπων που περιγράφει), αλλά αυτό που είναι ολοφάνερο αν κάποιος δει καλά μέσα στις σελίδες, είναι το μακρόχρονο αποτέλεσμα μιας ιστορίας σεξουαλικής κακοποίησης αιμομικτικού τύπου.

Η πρώτη φράση του βιβλίου μας εισαγάγει σε μια μερική παρθενικότητα: στην ελληνική μετάφραση η πρόταση είναι πως “Ήταν και οι δύο νέοι, μορφωμένοι και παρθένοι εκείνην την πρώτη νύχτα του γάμου τους, και στην εποχή που ζούσαν μια συζήτηση για σεξουαλικές δυσκολίες ήταν απλώς αδύνατη”. Αυτό στην αγγλική γλώσσα είναι διατυπωμένο αλλιώς, και κάποια από τα πράγματα που ακολουθούν θα πρέπει να μας κάνουν να αναρωτηθούμε. Η φράση, μεταφρασμένη δημιουργικότερα, και πιστεύω πιο αξιόπιστα, θα ήταν πως ήταν και οι δύο νέοι, μορφωμένοι και παρθένοι σ’ αυτό, την πρώτη τους γαμήλια νύχτα. Με αυτό τον τρόπο θα είχε εισαχθεί η πιθανότητα να μην είναι παρθένοι στην σεξουαλική πράξη, μα στην έννοια της γαμήλιας νύχτας. Στην πορεία μαθαίνουμε ότι ο νεαρός σύζυγος είχε στιγμές αυτοϊκανοποίησης, αλλά στην περίπτωση της συζύγου δε φαίνεται να υπάρχει ούτε καν ανάμνηση σεξουαλικής επιθυμίας.

Ωστόσο από την πρώτη σελίδα ήδη, μαθαίνουμε ότι η Φλόρενς είχε κάνει “πολλά ταξίδια με τον πατέρα της ως παιδί” και ήταν “παλιά καραβάνα”. Στο να μένει σε ξενοδοχεία, υποθέτουμε ως αναγνώστες, αφού η φράση αυτή ακολουθεί και έρχεται σαν επεξήγηση στο γιατί ο Έντουαρντ δεν αναφέρει ότι δεν έχει ξαναμείνει σε ξενοδοχείο – δεδομένου ότι η Φλόρενς είχε κάνει πολλά ταξίδια με τον πατέρα της, ως παιδί. Θα ήθελα εδώ να κάνουμε μια στάση και να δούμε μια φωτογραφία της κινηματογραφικής ηρωΐδας – αυτό που θα γίνει η εύθραυστη ομορφιά της Φλόρενς στο μέλλον, ξεκίνησε από μια τέτοια μορφή – και να η Σέρσα Ρόναν που ενσαρκώνει την Φλόρενς, στην ηλικία που θα ήτανε η Φλόρενς όταν θα πήγαινε “πολλά ταξίδια” με τον πατέρα της.

402401

Στο σκάφος του πατέρα της “που γελοιωδώς ονομαζόταν Ζαχαρωτό” (σελ. 72). Κι “έπειτα στα ταξίδια […] στα έκτακτα κεράσματα, τα μονοήμερα επαγγελματικά ταξίδια σε ευρωπαϊκές πόλεις, όπου εκείνη και ο Τζέφρι είχαν συνεχόμενα δωμάτια” (σελ. 78).

Μου φαίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον, το ότι η μεταφράστια κ. Ελένη Ηλιοπούλου διάλεξε να μεταφράσει τη φράση με τέτοιον τρόπο: “[…] όπου εκείνη και ο Τζέφρι είχαν συνεχόμενα δωμάτια”, ενώ η φράση του ΜακΓιούαν είναι η ακόλουθη, “[…] όπου εκείνη και ο Τζέφρι μένανε στα πολυτελέστερα ξενοδοχεία”. Αναρωτιέμαι αν αυτό έγινε συνειδητά από μεριάς της μεταφράστριας – ναι, η μετάφραση είναι σαφώς αποτέλεσμα συνειδητής προσπάθειας, αλλά επίσης μπορεί να είναι αποτέλεσμα γνώσης κάποιου Άρρητου. Θα ήταν πολύ διαφωτιστικό να γνώριζα την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, πιστεύω όμως πως μάλλον δεν θα την  μάθω ποτέ. Ακόμα κι έτσι, ενδιαφέρον.

Το σκάφος ονομάζεται Ζαχαρωτό – είμαι η μόνη που συσχετίζω τα Ζαχαρωτά με τους σεξουαλικούς κακοποιητές μικρών παιδιών;

Η Φλόρενς γνωρίζει ενδόμυχα πως κάτι δεν πάει καλά με το άτομό της. Στο βιβλίο γίνονται δύο άμεσες αναφορές στην πρακτική της Ψυχανάλυσης (“Αυτά ήταν θέματα που ξεπερνούσαν τα λόγια και τους ορισμούς. Η γλώσσα και η πρακτική της θεραπείας, η τάση να μοιράζονται επιμελώς τα συναισθήματα, της αμοιβαίας ανάλυσής τους, δεν ήταν ακόμη γενικώς αποδεκτά. Ενώ άκουγες ότι πιο πλούσιοι άνθρωποι έκαναν ψυχανάλυση, δεν ήταν ακόμη σύνηθες να θεωρεί κανείς τον εαυτό του αίνιγμα, μια άσκηση της αφηγηματικής ιστορίας ή πρόβλημα που περίμενε τη λύση του.” σελ. 36). Η ιδέα της ψυχανάλυσης ήδη τίθεται στο πρώτο κεφάλαιο, και θα επιστρέψει στο τελευταίο, δίνοντας ένα ακόμα κλειδί για την κατανόηση του ζητήματος. Πάντως η Φλόρενς έχει κάποια αίσθηση για το ότι είναι διαφορετική από τους άλλους, και αυτό επανέρχεται σα μοτίβο σε όλη την έκταση του βιβλίου. Στη σελίδα 16 γίνεται συσχετισμός του Ανείπωτου, εκείνου “που δεν μπορούσε ούτε σχεδόν μέσα της να διατυπώσει” με μια σωματοποιημένη αίσθηση, “μια ανεξέλεγκτη αηδία τόσο χειροπιαστή όσο και η θαλασσινή ναυτία”. Μπορεί αυτή η θαλασσινή ναυτία να ήταν κάτι που η Φλόρενς πρωτοένιωσε ενώ βρισκόταν μόνη της σε διακοπές με τον πατέρα της, επάνω στο σκάφος “Ζαχαρωτό”; Πιστεύω πως ναι.

Υπάρχουν δείγματα αποτελεσμάτων της αιμομιξίας διάσπαρτα μέσα στο κείμενο. Η “αποσωματοποίηση” της Φλόρενς, η αίσθηση ότι είναι διαφορετική. Η σχέση της με την μητέρα της στερείται ζεστασιάς, ενώ η σχέση της με τον πατέρα της είναι αμφίσημη. “Υπήρχαν στιγμές που της δημιουργούσε φυσική αποστροφή” (σελ. 72)  – έπειτα , “άλλες φορές, κατακλυζόταν από ένα κύμα προστατευτισμού και ένοχης αγάπης” (συναισθήματα που πολύ συχνά νιώθουν τα παιδιά που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση). Τότε “ερχόταν πίσω του εκεί όπου καθόταν και τύλιγε τα χέρια της γύρω απ΄το λαιμό του, φιλούσε την κορφή του κεφαλιού του και έτριβε επάνω του τη μύτη της, απολαμβάνοντας την καθαρή μυρωδιά του. Τα έκανε όλα αυτά και αργότερα σιχαινόταν τον εαυτό της”.

Ποτέ δε μίλαγαν για τα ταξίδια  – τις αρκετές φορές που είχαν διασχίσει τη Μάγχη και έιχαν φτάσει ως το Καρτερέ, τον καιρό που η Φλόρενς ήταν δώδεκα, δεκατριών χρόνων. “Είχε πάψει να της ζητάει να πάει μαζί του, κι εκείνη χαιρόταν”.

on-chesil-beach-with-saoirse-ron

Ντυνόταν κι έντυνε ένα σώμα, από το οποίο όμως έλειπε.

Ξέρουμε ότι η Φλόρενς δεν αναφέρεται άμεσα στην αιμομικτική δυναμική ή πράξη. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει με το Άρρητο που θα μπορούσε να έχει συμβεί (ως αποτέλεσμα κακοποίησης που είτε έλαβε χώρα σε μια προλεκτική ηλικία, ή σαν αποτέλεσμα απώθησης, είτε σαν αποτέλεσμα μιας επιλογής του συγγραφέα – αν η παιδική κακοποίηση ήταν ταμπού, η αιμομικτική παιδική κακοποίηση είναι Ταμπού με κεφαλαίο, και δεν θα ήταν κάτι που θα ήταν πιστό στο πνεύμα της αφήγησης, το να μιληθεί ή να γραφτεί ξεκάθαρα). Όμως ξέρουμε ότι η Φλόρενς θα βρει το κουράγιο να κάνει τις απαραίτητες συνδέσεις, προς όφελος της κατανόησης του αναγνώστη. Στο τελευταίο κεφάλαιο και στη δεύτερη αναφορά στην ψυχανάλυση, μας δίνει ένα κλειδί ακόμα: “Μπορεί να πρέπει να αρχίσω ψυχανάλυση. Ίσως αυτό που πρέπει πραγματικά να κάνω είναι να σκοτώσω τη μητέρα μου και να παντρευτώ τον πατέρα μου”. Πικρό αστείο, και κυρίως όχι αστείο, στις συνθήκες αυτές. Πριν από αυτή της τη φράση, η Φλόρενς λέει ότι δεν θέλει ούτε να σκέφτεται το σεξ, δεν της αρέσει, δεν έχει ιδέα γιατί συμβαίνει αυτό. Πιστεύω πως ξέρει πολύ καλά, και για αυτό μιλάει μετά για την πιθανότητα της ψυχανάλυσης. Ατυχώς, ο Έντουαρντ δεν είναι τύπος που έχει τη δυνατότητα της ενδοσκόπησης (αναφέρεται στο κείμενο), και άρα μάλλον δεν έχει ψυχολογική σκέψη. Ώστε, δεν μπορεί να νιώσει τι είναια υτό που του λέει η Φλόρενς, που επιπλέον, μεσα στην εποχή στην οποία βρίσκονται παραμένει ένα κοινωνικό ταμπού. Το σώμα όμως θυμάται, και θυμάται καλά: στη σελίδα 143 η καταγγελία και η πραγματική διάσταση της πατρικής παράβασης είναι ολοφάνερη, τόσο κόμψα γραμμένη που κάποιος θα μπορούσε ακόμα και να μην την αντιληφθεί: “Και υπήρχε ένα άλλο στοιχείο, πολύ χειρότερο με τον τρόπο του και πέρα από τον έλεγχό της, που ανακαλούσε μνήμες που είχε αποφασίσει προ καιρού πως δεν ήταν δικές της” – ω, η αναγκαία αναγκαιότητα των απωθήσεων… Η απώθηση αναιρείται βίαια μέσα από την εμπειρία του σώματος, που βρίσκει μέσα στη σοφία του την ανάμνηση – και μπορεί πια να αντικρίσει την αλήθεια του. “Όμως τώρα ήταν ανίκανη να καταπνίξει την πρωτογενή της αποστροφή, τη φρίκη […] για το γεγονός ότι την κατέβρεχε το υγρό, η γλίτσα από ένα άλλο σώμα. Μέσα σε δευτερολεπτα είχε παγώσει πάνω στο δέρμα της από τη θαλασσινή αύρα, και παρ΄όλα αυτά, όπως ήξερε ότι θα γινόταν, ένιωθε να τη ζεματάει. […] Να το νιώθει να έρπει πάνω στο δέρμα της σαν παχύ ρυάκι, η αλλότρια γαλακτερή του υφή, η οικεία αμυλώδης οσμή του που έσερνε μαζί της την μπόχα ενός επαίσχυντου μυστικού κλειδωμένου σε κάποιο σκοτεινό μπουντρούμι […] (σελ. 144).

Γι’ αυτό βγάζω το καπέλο στην κομψότητα του συγγραφέα κ. Μακγιούαν. Αλλά επίσης, γι’ αυτό λυπάμαι, που ακόμα και όταν τα πράγματα είναι γραμμένα, και μας κοιτάζουν κατάματα, καταγγέλοντας – κάποιοι από εμάς, ως αναγνώστες, έχουμε ακόμα τη διάθεση να μη δούμε αυτό που δεν μπορούμε να αντέξουμε. Και με τον τρόπο αυτό, γινόμαστε συνένοχοι των παραβάσεων…

hbz-on-chesil-beach-saoirse-ronan-1524683291

Η Φλόρενς στο οικογενειακό τραπέζι, κοιτώντας τον πατέρα της Τζέφρι (εκτός πλάνου).

“Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα – η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται”: δολοφονίες στο όνομα της υγείας, του κέρδους και της πολιτικής.


Χτες ενώ βολτάριζα στην πλατεία της ωραίας πόλης Χέμπντεν Μπριτζ, σε πάροδο της οποίας είχε στηθεί μια αγορά με καλούδια (μέχρι και ελιές Καλαμάτας πεντανόστιμες θα τύχαινε να βρω, που τις πουλούσε ένας ευγενέστατος Κινέζος και πιο μετά κάτι μικρά μπιχλιμπιδάκια, φερμένα και αυτά από την Κίνα, που τα πουλούσε μια Κινέζα κυρία με πλατύ-πλατύ χαμόγελο) με πέτυχε ένα βόλι από αυτά που δεν μπορεί κανείς να προΰπολογίσει, και το οποίο με έκανε να ταραχτώ πολύ με την τερατοσύνη που υπάρχει μες στον κόσμο, με τη δική μου άγνοια, και με τη σκέψη ότι είμαστε όλοι ξεγελασμένοι, αφελείς, ενδεχομένως και αδιάφοροι ακόμα. Υπήρχε μια συγκέντρωση από μπάντες που είχαν καταφτάσει απ΄τις γύρω περιοχές και παίρναν μέρος σε έναν μικροσκοπικό διαγωνισμό, παίζοντας μουσική κι έτσι ευφραίνοντας τον κόσμο της πλατείας. Εκεί που περπατούσα, πλησιάζω έναν κύριο που άπλωσε το χέρι του και μου έδωσε ένα φυλλάδιο που φαινόταν να αφορά κάποιες πρακτικές διαλογισμού. Το πήρα αφηρημένη (γιατί όχι, σκέφτηκα – ας δούμε τι να λένε και αυτοί). Και περπάτησα μέχρι λίγο πιο πέρα ενώ σκεφτόμουν μια παλιά ιστοριούλα που έτυχε να πέσει τελευταία μες στα χέρια μου, και που πρέπει να τη συμπεριλάβω εδώ τώρα, γιατί μου φαίνεται ότι για μένα είναι μέρος μιας εικόνας μεγαλύτερης, και αν μπορέσω να σας μεταφέρω κάποιες σκέψεις μου ίσως να καταλάβετε τι θα επιθυμούσα να σας μεταφέρω, γιατί με έχει συγκλονίσει. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο που εκεί εγώ τη βρήκα (Stone by Stone, Reflections on the Psychology of C.G. Jung, eds. Andreas Schweizer & Regine Schweizer-Vuellers , 2017 Daimon Verlag). Μεταφράζω από το κεφάλαιο του Τόνυ Γούλφσον:

“Για τον Γκέρσομ Σόλεμ στη Ν. Υόρκη, το 1938 (έτσι όπως ήταν αντιμετωπος με το ιστορικό αναπόφευκτο των επιπλέον τραγωδιών που θα βιώνονταν από τον Ιουδαϊκό Λαό, αυτό που έχει σημασία είναι να διασωθεί και να  συντηρηθεί οτιδήποτε μπορεί γίνεται να συντηρηθεί από τους παλιούς θριάμβους και τις παλιές τραγωδίες. Και έτσι τελειώνει τις διαλέξεις του με θέμα τον Ιουδαϊκό Μυστικισμό με μιά ιστορία που άκουσε από τον κατέχοντα Νόμπελ Ειρήνης συγγραφέα και αφηγητή Σ. Τζ. ‘Αγκνον, που πρέπει να άκουσε την ιστορία κάποια χρονική στιγμή μετά την έκδοσή της στη Βαρσοβία το 1906, σε μια ανθολογία ιστοριών που αφορούσαν έναν Χασιδικό Ραββίνο, τον Ισραέλ (Φρήντμαν) του Ρίσιν:

Όταν ο ιδρυτής του σύγχρονου Χασιδισμού, ο Μπάαλ Σεμ Τοβ (1700-1760), είχε ένα δύσκολο έργο εμπρός του, θα πήγαινε σε ένα συγκεκριμένο μέρος στο δάσος, θα άναβε φωτιά και θα διαλογιζόταν με τη βοήθεια της προσευχής – κάι ότι είχε αναλάβει να κάνει, θα γινόταν. Όταν, μια γενιά αργότερα, ο Ντοβ Μπάερ, ο Δάσκαλος του Μεζερίτς, είχε να αντιμετωπίσει κάτι ανάλογο, θα πήγαινε στο ίδιο μέρος στο δάσος και θα έλεγε “Δεν πορούμε πια να ανάψουμε τη φωτιά, αλλά μπορούμε να πούμε τις προσευχές.” Και αυτό που χρειαζόταν να κάνει, γινόταν.

Μια γενιά αργότερα, ο Ραββίνος Μόσε Λάιμπ του Σάσσοφ έπρεπε να πράξει το ίδιο, και πήγε και εκείνος στο δάσος και είπε “Δε μπορούμε πια να ανάψουμε τη φωτιά, ούτε και ξέρουμε τους μυστικούς διαλογισμούς που ανήκουν σε αυτήν την προσευχή, αλλά ξέρουμε το μέρος στο δάσος όπου όλα αυτά συνέβαιναν”. Και αυτό ήταν επαρκές, επίσης. 

Αλλά, όταν ακόμα μια γενιά είχε περάσει, και ο Ραββίνος Ισραέλ του Ρίσιν χρειάστηκε κι εκείνος να πράξει τα ανάλογα, κάθησε στη χρυσή καρέκλα του μέσα στο κάστρο του και είπε “Δε μπορούμε να ανάψουμε τη φωτιά, δε γνωρίζουμε την προσευχή και δεν ξέρουμε το μέρος, αλλά μπορούμε να πούμε την ιστορία του πώς γίνονταν τα πράγματα.”

Και ο αφηγητής τελείωνε λέγοντας ότι το να λέγεται η ιστορία θα αρκούσε καθ’ ολοκληρία, έτσι ακόμα και σε εκείνη την περίπτωση.”

Και με αυτές τις σκέψεις προχωρούσα και η ψυχή μου ήταν ανοιχτή και σε ανάπαυση, όταν άρχισα να κοιτάζω το φυλλάδιο εκείνο, και που το θεωρούσα μέχρι εκείνη τη στιγμή μια πρόσκληση σε ομάδα ή σε κέντρο διαλογισμού. Θα πρέπει τώρα να προετοιμάσω όποιος έχει τύχει να διαβάζει ως εδώ – και σας ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων για τη φρίκη που θα δείτε, αν συνεχίσετε. Μία φωτογραφία από έργο ζωγραφικής στο προσπέκτους:

IMG_0805 (2)

Το Κάλεσμα της Αθωότητας (2005), της καλλιτέχνιδας Σαοπίνγκ Τσεν.

Από το φυλλάδιο αυτό μου γίνεται γνωστό ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) έχει εξαπολύσει έναν φρικτό διωγμό απέναντι στα άτομα που εξασκούν τον ειρηνικό διαλογισμό Φάλουν Ντάφα (ή Φάλουν Γκονγκ), τα οποία φυλακίζει και βασανίζει, και πουλάει τα όργανά τους για μεταμοσχεύσεις – αυτά αφαιρούνται χωρίς οι άνθρωποι να έχουν καμμια δυνατότητα να αρνηθούν και ενώ είναι ακόμα ζωντανοί. Αν σκεφτεί κανείς τη Λύση που είχε δημιουργήσει το Τρίτο Ράιχ (και που όσοι από εσάς αντιλαμβάνονται στην πολιτική της ολότητα ήταν μια Λύση πουπρόσεφερε επίσης και οικονομικές απολαβές), δεν είναι δύσκολο να καταλάβει για τί τερατωδία μιλάμε εδώ. Αν κάποιος ή κάποιοι σκοτώνουν ασυνόδευτα προσφυγόπουλα (από ό, τι έμαθα, αυτά συμβαίνουν στην Ευρώπη), αυτό είναι σαφέστατα έγκλημα. Αν όμως ένα καθεστώς επισημοποιεί αυτήν την κτηνωδία, και επίσης υποχρεώνει γιατρούς και νοσοκόμους στο να λαμβαίνουν μέρος, τότε μιλάμε για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Γύρισα πίσω και ευχαρίστησα τον άνθρωπο εκείνον που μου έδωσε στο χέρι το φυλλάδιο, λέγοντάς του ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Μου είπε ότι πολλοί άνθρωποι δεν έχουν ακούσει κάτι, και ότι επίσης υπάρχουν έρευνες που έχουν γίνει σε επίπεδο χωρών, οργανισμού ηνωμένων εθνών, και λοιπά. Αργότερα έψαξα και βρήκα.

Ακριβώς την ώρα που μίλαγα (κλαίγοντας εσωτερικά) με τον άνθρωπο εκείνο, η μπάντα έτυχε να παίζει μια μουσική που δεν την ήξερα, αλλά που αποδείχτηκε πως ήταν ένας ύμνος γραμμένος το 1847 και βασισμένος στα λόγια του Ευαγγελιστή Λουκά, και στην Πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή, του Αποστόλου Παύλου (Abide with Me, του Αγγλικανού υμνωδού και θεολόγου Henry Francis Lyte, 1793-1847). Δε γνώριζα τα λόγια, ούτε ήξερα ότι αποτελούσε αρχαίο ύμνο. Αλλά έτυχε να έρθει σε μένα εκείνη εκεί την ώρα που σκεφτόμουν τους Κινέζους αυτούς Μάρτυρες των οποίων η πίστη εκφράζεται μέσα από τις λέξεις και την πρακτική της “Αλήθειας, Καλωσύνης και Ανεκτικότητας”. Η αρχή του ύμνου του Αγγλικανού ψαλμωδού σε ελεύθερη απόδοση θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη: “Μείνε μαζί μου, πέφτει το σκοτάδι/ κι όλο βαθαίνει, Θεέ μου μείνε εδώ/ χάνεται η χάρη, κι η παρηγορία/ του αβοήθητου Βοήθεια, εσένα σου ζητώ.”

Όλα αυτά μπορεί να μη σημαίνουν τίποτα τώρα για εσάς. Αν θα σας ενδιέφερε, μπορείτε να βρείτε πληροφορίες στους ακόλουθους συνδέσμους και ιστότοπους. Σας παρακαλώ, αν αντέχετε, να το κάνετε. Αν όχι, ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ακόμα και αν φαίνεται αφελές και χωρίς ιδιαίτερη χρησιμότητα, υπογράψτε στον σύνδεσμο αυτό – ώστε να υπάρξει η δυνατότητα κάποιας παγκόσμιας πίεσης.

http://www.stoporganharvesting.org/

Ή προσευχηθείτε, ή κάνετε ό, τι σας υπαγορεύει η συνείδησή σας. Η μισή σας καρδιά ας πάει στην Κίνα – γιατί τα παλιά μας τραγούδια δε σήμαιναν τίποτα…

Σύνδεσμοι στα ελληνικά:

http://eefd.gr/materials.html

https://organharvestinvestigation.net/report0701/report20070131-greek.pdf

http://eefd.gr/material/docs/Last_Stand_final_greek.pdf

IMG_0803 (2)

 

Το Αμάρτημα της Μητρός του: μια σειρά σκέψεων περί της έννοιας του αμαρτήματος στο ομώνυμο διήγημα του Γ. Βιζυηνού.


Γεώργιος Βιζυηνός/ Χάλκη

Ο Γεώργιος Βιζυηνός και η Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Διάβασα ξανά σήμερα «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Βιζυηνού και σκέφτηκα ότι ενώ στο διήγημα περιγράφεται ως αμάρτημα ένα συγκεκριμένο περιστατικό, στην ουσία το διήγημα αυτό είναι καταγγελία μιας σειράς αμαρτημάτων.

Πριν να ξεκινήσω να αναπτύξω τις σκέψεις μου, ας ορίσω κάτω από ποια προοπτική (ή προοπτικές) θα παρατηρήσω την έννοια του αμαρτήματος ώστε να υποστηρίξω τον παραπάνω ισχυρισμό μου.

Σημειολογικά η αμαρτία έχει στοιχεία αστοχίας (χάνω το στόχο μου, ξεγελιέμαι από κάποια παρανόηση – σύμφωνα με την Αριστοτελική σκέψη όπως εκφράζεται στο Περί Ποιητικής). Σύμφωνα με πλευρές της χριστιανικής θεολογίας υπάρχουν δύο είδη αμαρτήματος – τα θανάσιμα αμαρτήματα και τα συγγνωστά.

Στο διήγημα του Βιζυηνού φαίνεται πως το κεντρικό, βασικό αμάρτημα της μητέρας είναι το πλάκωμα του βρέφους που αποτέλεσε την αιτία θανάτου του, και που επείλθε μέσα από την αδυναμία της μητέρας να συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο στον οποίο έθεσε το βρέφος της, λόγω της κατάστασης μέθης και εξάντλησης που ακολούθησε τη συμμετοχή της σε κάποιο ξεφάντωμα γάμου.

Η υπόθεση που κάνω, θεωρεί ότι αυτό είναι μόνο ένα μέρος των αμαρτημάτων της, τα οποία ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι ξεκίνησαν από αυτό το γεγονός (το δυστύχημα που επέφερε το θάνατο του βρέφους), συνεχίζουν να αυξάνονται έως την τελική φράση του διηγήματος.

Εξ αρχής γίνεται γνωστό στον αναγνώστη ότι η μητέρα έχει ορισμένους γιούς και μία μονάκριβη κόρη, την οποία φαίνεται να αγαπά και να μεταχειρίζεται με τρόπο προτιμητικό. Ο συγγραφέας, από την οπτική του μικρού παιδιού, φαίνεται να μπορεί να το κατανοήσει αυτό σαν κάτι αυτονόητο, δεδομένου του φύλου και της κατάστασης υγείας της αδερφής του. Όχι μόνο αυτό, αλλά παρατηρεί ότι ακόμα και ο μικρός του αδερφός (ο οποίος ήρθε στη ζωή όντας ήδη ορφανός από πατέρα ενώ σε κύηση) φαίνεται να αποδέχεται αυτονόητα τη θέση της Αννιώς ως πιο αγαπημένης από όλα τα παιδιά της οικογένειας.

Η μητέρα δε διστάζει να ξεχωρίζει την κόρη της και φαίνεται ξεκάθαρα αδύναμη να καταλάβει και να καλύψει τις ανάγκες όλων των άλλων της παιδιών (αγοριών). Επιπλέον, αυτή η αδυναμία της δεν περιορίζεται σε θέματα που αφορούν το συναίσθημα το οποίο δεν δέχεται να μοιράσει ισότροπα, αλλά επίσης επιρρεάζει και τα οικονομικά της οικογένειας που, είτε εξανεμίζονται για να βρεθεί φάρμακο το οποίο θα μπορέσει να αποδώσει στην άρρωστη κόρη την υγεία της, είτε χάνονται λόγω της ανεπιβλεψίας που επικράτησε στον οίκο. Και, ναι μεν το ξόδεμα προς απόκτηση του φάρμακου μπορεί να το δει κανείς σαν κίνηση μητρικής στοργής και απελπισίας που απορρέει από τη μητρική αγάπη προς το πιο ασθενές τέκνο, αλλά την «ανεπιβλεψία» της, ακόμα και αν τη θεωρήσουμε αποτέλεσμα κατάθλιψης,  δε μπορούμε ωστόσο να μην την αντιληφθούμε και σαν μια κίνηση αδιαφορίας και εχθρότητας προς τα άλλα αδύναμα μέρη/τέκνα.

Πριν να συνεχιστεί ο συλλογισμός, πρέπει να αναφερθεί μια επιμέρους «αμαρτία» της μητέρας, η οποία είναι μάλλον επουσιώδης αλλά δημιουργεί μια ένταση ψυχικής φύσεως: η μητέρα φέρεται ως ευλαβής/θρησκευόμενη, αλλά κάποια στιγμή «αμαρτάνει» με το να αποτείνεται όχι μόνο στην επίσημη θρησκεία αλλά και στα «σαλαβάτια» των μαγισσών και στο «χαμαγλί» με τις αραβικές λέξεις.

Επιπλέον, η μητέρα έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον στα άλλα της παιδιά, τα οποία «ενόμιζες ότι [τα] ελησμόνει», αλλά η έλλειψη ενδιαφέροντός της δεν είναι απλώς παθητική, μα έως και επιθετικά εκφρασμένη απέναντί τους («Ποίος μας έτρεφε, ποίος μας έπλυνε […] ούτε ήθελε καν να το γνωρίζη […] Την μητέρα μας δεν την εβλέπομεν ενίοτε ολοκλήρους ημέρας.).

Αλλά βεβαίως, δεν πρόκειται για μόνο μια μικρή, επιμέρους αμαρτία. Γιατί η διήγηση εξακολουθεί να στρίβει τη μέγγενη της καταγγελίας: η μητέρα, προτείνει στην κόρη να διαλέξει ανάμεσα στα αδέρφια της ποιον προτιμάει να της κάνει παρέα – προσπαθεί να δημιουργήσει δηλαδή μια δυναμική συνομωσίας όπου η κόρη θα κάνει (και αυτή, όπως και η μητέρα) επιλογή, διαχωρίζοντας έτσι τα αδέρφια με την προτίμησή της προς τον έναν ή τον άλλον. Ο συγγραφέας δίνει στην αδερφή του το ρόλο του ανθρώπου που είναι ικανός να έχει συνείδηση του κακού που μπορεί να προξενήσει, και που όχι μόνο αρνείται να κάνει μια τέτοια επιλογή, αλλά επίσης φαίνεται να μέμφεται τη μητέρα για αυτή της την τάση να διαχωρίζει, ενώ η μητέρα αντίθετα λειτουργεί με μεγάλο μερίδιο ασυνειδησίας.

Η ασυνειδησία αυτή εξακολουθεί με την παράκληση της μητέρας προς το θεό να της χαρίσει το κορίτσι της, παίρνοντάς της το αγόρι. Εδώ αρχίζει να φαίνεται η πραγματική αμαρτία της μητέρας, η οποία δεν είναι κυρίως απέναντι στα παιδιά της, αλλά συνολικά απέναντι στη φύση των πραγμάτων, και που επιτελείται από έλλειψη αποδοχής του θείου νόμου.

Ο συγγραφέας φαίνεται να θέλει να χαρίσει κάποια «άφεση αμαρτιών» στη μητέρα του, καθώς πλέκει την ιστορία μετά το θάνατο της Αννιώς. Αναφέρει πως η μητέρα του άρχισε να ξενοδουλεύει χωρίς να επιτρέψει σε κανένα από τα παιδιά της να την ανακουφίσει συνεργαζόμενος, και ο αναγνώστης μπορεί να ξεγελαστεί περί της φύσης της αμαρτίας της μητέρας (που όμως, ήδη δίνει τα σημάδια της, μιας αμαρτίας πραγματικά ουσιώδους και θανάσιμης). Στην ιστορία δηλώνεται πως ακριβώς τη στιγμή που και πάλι τα παιδιά της την έχουν ανάγκη – κάποια στιγμή που οι οικονομικές δυσχέρειες έχουν κορυφωθεί λόγω μιας ανομβρίας και της ακόλουθης αύξησης των τιμών των τροφίμων, η μητέρα επιλέγει και πάλι να μην εστιάσει στην οικογένεια που έχει, αλλά φέρνει ξανά ακόμα ένα μέλος, μια ψυχοκόρη, την οποία άλλωστε όχι μόνο αποσπά από τον ωχρό και περίλυπο πατέρα της και την κλαίουσα μητέρα της, αλλά επίσης μεταχειρίζεται πάλι με τρόπο που επιφέρει διαιρέσεις λόγω των διακρίσεων. Η μητέρα καταγγέλεται διπλά: από τη μία δεν φροντίζει τα παιδιά της, κι από την άλλη θέτει τις ανάγκες και την ευτυχία της πάνω από τα συναισθήματα όλων των προσώπων που συμμετέχουν στο δράμα της πρώτης αναδοχής – («Η μήτηρ μου έτρεμεν εκ του φόβου μήπως ακουσθή καμμία φωνή «Εγώ!» και ματαιώση την ευτυχίαν της») – που είναι ακριβώς η ουσία της αμαρτίας, και η καταγγελία αυτή ξαναγίνεται και στην περίπτωση της δεύτερης ανάδοχης κόρης (το δεύτερο κορίτσι που η μητέρα φέρνει στο σπίτι ως «λάφυρο» (ενδιαφέρουσα λέξη που προσδίδει μια πολεμικότητα στη μητέρα), είναι «κοιλιάρφανο» και η μητέρα του «απέθανε […] και το άφηκε μεσ’ τη στράτα», μια «ατυχής σύμπτωση» που όμως της δίνει μεγάλη ευχαρίστηση.

Στην πορεία της πλοκής η μητέρα φαίνεται να απαιτεί από τα παιδιά της να αναλάβουν και την πρώτη ανάδοχη και την δεύτερη ανάδοχη κόρη. Όταν ο αφηγητής φαίνεται να μην αποδέχεται την ευθύνη που απορρέει από μια παλιότερή του δήλωση (και την οποία την έχει κάνει σε ηλικία πάρα πολύ μικρή) πως θα φροντίσει τη μητέρα του και την ανάδοχή της (πρώτη) κόρη, και που η μητέρα θεωρεί ότι αφορά και τη δεύτερη της ανάδοχη, τότε εκείνη προσπαθεί αφ΄ενός να τον χειραγωγήσει δημιουργώντας του αισθήματα ενοχής, και επιπλέον τον καθιστά υπεύθυνο για τα συναισθήματά της με τρόπο επίσης χειραγωγικό, ομολογώντας του κάτι που δεν έχει μοιραστεί με τα άλλα της παιδιά, και που μέχρι τότε ήταν κάτι που είχε ομολογήσει μόνο στον πνευματικό της. Μέσα στη διήγησή της ανακαλύπτει ο αφηγητής (όπως επίσης και ο αναγνώστης) το θεωρούμενο αμάρτημά της, την αβλεψία που οδήγησε στο θάνατο του βρέφους της. Όμως ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, διηγούμενη την ιστορία στον γιό της, του αναφέρει πως ο πατέρας του τον «ήθελε κορίτσι», διαβάλλοντας έτσι τη σχέση του γιού με τον πεθαμένο πια πατέρα. Επιπλέον, μιλώντας του για τις παιδικές του αντιδράσεις απέναντι στο δεύτερο κορίτσι της, τη (δεύτερη) ασθενική Αννιώ, τού επισημαίνει ότι ως παιδάκι, εκείνος ένιωθε ζήλεια – παρ’ ότι ήταν εκείνη που ως μητέρα συναισθηματικά τον εγκατέλεψε, σε σημείο που ο πατέρας του να τον λέει «αδικημένο» και να την μαλώνει που τον παραμελούσε. Αλλά μέσα από την διήγησή της, φαίνεται να έχει την οπτική πως όλα πρέπει να της επιτραπούν/συγχωρεθούν, λόγω του πένθους και της ενοχής που είχε ζήσει, και που της δημιουργούσανε μια αυτονόητη ανάγκη προστασίας προς την κόρη. Ωστόσο, η επιμονή και το πείσμα να διατηρήσει την ενοχή της μπορεί να θεωρηθεί αμάρτημα, όπως επίσης και η φιλαυτία/ αλαζονεία που φαίνεται η μητέρα να εκφράζει: από τη μια μεριά θέτει τον εαυτό της στη θέση κάποιου που οι συναισθηματικές του ανάγκες είναι πιο σημαντικές από των άλλων, και από την άλλη αρνείται συστηματικά τη θεία χάρη, όπως της έχει προσφερθεί από τον εξομολόγο της.

Βεβαίως, μετά από αυτήν τη εξομολόγηση, ο αφηγητής δεν έχει περιθώριο να μην την κατανοήσει/συγχωρήσει. Και θα φαινόταν ότι πράγματι αυτό είχε συντελεσθεί – αλλά είναι στο τέλος της ιστορίας που θα δοθεί μια λύση και θα ολοκληρωθεί αυτό που ονομάζω εδώ καταγγελία. Ο αφηγητής θα προσπαθήσει μέσα στα χρόνια να συγκεντρώσει όλη του την προσοχή στο πώς ν’ ανακουφίσει την καρδιά της μητέρας του, και κάποια στιγμή θα την φέρει σε επαφή με τον Πατριάρχη, ώστε να μπορέσει εκείνος από το κύρος της θέσης του να «εμπνεύση εις την μητέρα … την πεποίθησιν της αφέσεως του κρίματός της». Θα έλεγε κανείς πώς μια γυναίκα τόσο ευσεβής και θεοσεβούμενη θα αποδεχόταν μια άφεση αμαρτιών από κάποιον που «γνωρίζει όλες τες βουλές και τα θελήματα του Θεού και συγχωρνά τες αμαρτίες όλου του κόσμου». Αλλά η μητέρα, αδυνατεί να αποδεχτεί τη συγχώρεση, με το άλλοθι πως ο Πατριάρχης όντας «καλόγερος» που δεν έχει παιδιά, δεν μπορεί να εννοήσει το βάρος του εγκλήματός της, της αμαρτίας της. Και ακριβώς στην τελευταία αυτή φράση είναι που αποκαλύπτεται το βάρος του πραγματικού της αμαρτήματος, που δεν είναι ένα συγγνωστό αμάρτημα – αλλά είναι απόλυτα θανάσιμο κατά τη χριστιανική θεώρηση της αμαρτίας, μιας και η μητέρα διαπράττει το αμάρτημα της Υπερηφάνειας.

Δεν είναι απαραίτητο ένα αμάρτημα να έχει ηθικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα αν είναι αποτέλεσμα αστοχίας και παρανόησης. Η μητέρα έζησε την κόλαση των ενοχών, της ντροπής και των τύψεων, και αυτό θα ήταν από μόνο του αβάσταχτο – άρα θα ενείχε και την τιμωρία του αμαρτήματος. Πιστεύω ότι ο συγγραφέας έχοντας υπάρξει ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ενδιαφερόταν για την έννοια της Αμαρτίας, όπως επίσης και για την έννοια της άφεσης αυτής. Θα ήθελα να ελπίζω ότι αυτή η συγγραφική καταγγελία/αποκάλυψη έκανε κάποιο ψυχικό καλό στον συγγραφέα, και ότι μέσα από αυτήν μπόρεσε να συμβεί κάποια μορφή συγχώρεσης, ένα αποδεικτικό της συγχωρητικότητας της τέχνης. Πιστεύω ότι γίνεται ακόμα, με κάθε νέα ανάγνωση του διηγήματος αυτού. Κι ευχαριστώ από καρδιάς την αγαπημένη Πόλυ Χατζημανωλάκη που με προέτρεψε να το ξαναδιαβάσω αναλυτικότερα.

 

Μια εκδρομή στα Ανεμοδαρμένα Ύψη, πάλι.


Πολύ συχνά μας πάει ο δρόμος πίσω, σε παλιά μέρη του εγκλήματος, ξανά. Έτσι κι εμείς, εγώ κι η Σάρα Εγκλαντίνα (ντυμένη, ετούτη τη φορά, με τα επίσημα ρούχα της περιστάσεως, τα πιο πολύ κατάλληλα – μαντώ και καπελίνο κι ένα φόρεμα χρώματος ροζ, για το οποίο θα μιλάμε και στο μέλλον, υποψιάζομαι) βρεθήκαμε και πάλι στο χωριό το γραφικό που κατοικούσαν οι Μπροντέ. Είχαμε πάει με σκοπούς εξακριβώσεων, να δούμε τι απέγιναν οι δωρισμένες μας κάρτες-φωτογραφίες, και για να πάρουμε φωτογραφία τα πειστήρια της συμβολής /συμμετοχής μας στο τεχνούργημα της καλλιτέχνιδος  Clare Twomey, που συνέλαβε την έξοχη ιδέα να φτιάξει ένα χειρόγραφο από το κείμενο της Έμιλυ Μπροντέ “Ανεμοδαρμένα Ύψη”, και να καλέσει όλους τους πιστούς όπως προσέλθουν να αφήσουν μία πρόταση. Είχα σκεφτεί να πάω κι εγώ, το είπα και στην Εγκλαντίνα και της άρεσε, θα μας δωρίζανε και ένα μολυβάκι για να επισημοποιήσουνε συμβολικά της πρότασής μας τη συμμετοχή, όλα ωραία. Όμως, έλα που κάποιος έλειπε από την εκδρομή – ήταν η φίλη μας η Πόλυ, που είχαμε παλιότερα περάσει (σε κάποια άλλη εκδρομή, πολύ παλιά) από το Χάουωρθ. Ε,  τι να κάνουμε, μου λέει η Εγκλαντίν – θα γράψουμε μια πρόταση για εκείνη, δεν πειράζει. “Ναι, βέβαια – καθόλου δεν πειράζει – τι να πειράζει, μήπως θα είσαι εσύ που θα ζητήσεις να τη γράψεις;” ήθελα να της πω εγώ, αλλά κρατήθηκα. Σκέφτηκα δόλια, και ιδού το αποτέλεσμα: της έκλεψα την πρόταση εκείνης, και έγραψα τη μία γα εμένα, την άλλη για τη φίλη μας την Πόλυ – και έμεινε η Σάρα χωρίς πρόταση, αλλά αυτό α) δεν το κατάλαβε και β) το συμμάζεψα λιγάκι, γιατί υπέγραψα με τρόπο ημιάτιμο, ώστε να μην την χαντακώσω εντελώς μες στην αφάνεια, να πάρει και αυτή ένα μερίδιο παιχνιδιού. Στο κάτω-κάτω, τζάμπα το φορέσαμε το Ασσορτί Μαντώ; Κρίμα θα ήτανε να μείνει το κουκλάκι στην Απέξω!

εγκλαντινμαρκ

Πώς αποκτάει κανείς πέταλα, επίσης σέπαλα, και μερικά αγκάθια.

Σιγά καλέ τον αραμπά, που θα ‘μενε απ’ έξω, η Λεγάμενη! Με το που μπήκαμε, βγήκε από την τσάντα μου και άρχισε τις βόλτες τις περίεργες: πρώτα, να φωτογραφηθεί δίπλα απ’ το χειρόγραφο (κι εγώ ταυτόχρονα να προσπαθώ να μην το δει ότι την είχα, δη δολίως, κοροϊδέψει – με το να της στερήσω την ολοδική υπογραφή της). Τώρα, θέλω να φανταστείτε την ακόλουθη σκηνή. Σ’ ένα μικρό δωμάτιο του ισόγειου του πρώην πρεσβυτέριου έχει εκτεθεί το εν λόγω χειρόγραφο, όπως και επίσης ένας τόμος με τις υπογραφές, τις ημερομηνίες που οι υπογράφοντες αντέγραψαν την όποια προτασούλα που τους έλαχε, το μέρος κατοικίας τους, όπως επίσης και την ηλικία τους, σύνολον τόμοι δύο. Και επίσης, ένα αντίγραφο από παλιότερη έκδοση του βιβλίου – τρεις κι ο κούκος. Και όλα αυτά κάτω από γυάλινες βιτρίνες, για να μην έρχεται ο πάσα ένας και σκαλίζει, ασεβώς. Ζητάω να δω τις υπογραφές, (ξέρω την ακριβή μέρα και ώρα). Ζητάω να δω τις προσφιλείς προτάσεις, και ξέρω ακριβώς σε ποιο κεφάλαιο θα βρίσκονται – γιατί έχω κάνει προετοιμασίες μελετηρές, και η κοπέλα που μου στέλνουν να βοηθήσει την κατάσταση έρχεται και με βρίσκει επιμελή, και βάζει τα γαντάκια της για να γυρίσει τις σελίδες του χειρόγραφου. Γιατί τώρα που έχει γίνει Έργον Τέχνης, του αξίζει μια σεβαστική αντιμετώπισις. Και στο αναμεταξύ, να έχουμε και την Κοντέσα Κοντοστούπα, να τριγυρνάει επάνω στις προθήκες με το μαντώ και την καπελαδούρα της, κυριολεκτικά οι τρεις κι ο κούκος ευτυχώς – μία η ευγενής υπεύθυνη εθελόντρια, μία η αφεντιά μου και μια άλλη η Εγκλαντίν, κι η φωτογραφική μου μηχανή σε ρόλο κούκου, γιατί της λέω ξαφνικά “Δες το πουλάκι”, και αποθανατίζεται σε στιγμιότυπο σαφές, με το χειρόγραφο εμπρός της και με μια λάμπα δυνατή να τη φωτίζει – ιλαρότητα, που τη μοιράζεται κι η εθελόντρια μείον όμως τα γάντια της, γιατί ευτυχώς είμαστε μόνες μας και είμαστε λίγο πιο χαλαρά!

μπροντε

Κεφάλαιο 10, προς το τέλος του: Κάθυ και Ισαβέλλα και ο Χήθκληφ, Παναγίτσα μου!

Τα πράγματα σε εκείνο το κεφάλαιο είναι σκούρα. Υπάρχει μια σκηνή από παλιότερη έκδοση του αναγνώσματος, εικονογραφημένα κλασσική – την παραθέτω, παρ΄ότι δεν είναι και τόσο αξιόλογη (ή κάτι τέτοιο ισχυρίζονται κάποιοι ελιτιστές – και σε αυτούς χαμογελάμε τρυφερά και, εν καιρώ, θα εξηγήσουμε τη θέση μας).

πυργος

Ναι μεν δεν είναι επακριβώς η φράση κι η κατάσταση – γιατί για χάρη ομορφιάς δεν έχει συμπεριληφθεί εδώ ο Χήθκληφ – αλλά πως έχουνε νυχάκια τα κορίτσια αυτά, το νιώθουμε!

Στο μεταξύ, η άλλη αλωνίζει! Τρέχει με μικροσκοπικά πατηματάκια προς τις σκάλες, φωτογραφίζεται δίπλα στο Ωρολόγιο του Πατρός Μπρόντυ (αφού έτσι τον προφέρουν), αυτό το ωρολόγιο το οποίο κάθε βράδυ εκείνος κούρδιζε, σημείο της ανώτατής του εξουσίας μες στο σπίτι. Πιο πριν θα είχε γι’ άλλη μια φορά παρακινήσει τις τρεις του κόρες να μαζέψουν τα μυαλά και τα κεριά τους, να μην τις παρασύρει πάλι η νύχτα εκεί που σκέφτονται και (τάχατες) διαβάζουν. Να πάνε στο κρεβάτι, επιτέλους, να γίνουν πια κοπέλες της σειράς τους – τι διάβολο αμαρτία είχε ο άνθρωπος, να του ‘χουν επιζήσει αυτές οι τρεις, κι όλες στα σύννεφα;

ονειροπαρμενη

“Δώδεκα η ώρα, θα γενείτε κολοκύθες”, τέτοια υπενθύμιζε σε κείνες τις τρείς χάριτες.

Μιλώντας δε για ονειροπαρμένες, να αναφέρω πως ετούτη η δικιά μας, τα έχει τα μυαλά της πιο επάνω απ΄το κεφάλι, σαφώς επάνω κι από την καπελαδούρα με τα λουλούδια, τις κορδέλες, και τα ρέστα. Αλλά για τα καπέλα και το πού θα μας πηγαίνανε, όρεξη να ‘χουμε και να τα ξαναπούμε. Στο μεταξύ, κάνουμε στάση στο παράθυρο – σκέψου, από το παράθυρο εκείνο θα περνάγανε, θα κόλλαγαν τη μύτη τους στο τζάμι το χειμώνα – έξω χιόνιζε, έξω από το πρεσβυτέριο, έξω από το Θράσκρος Γκρέιντζ… αχ, βρε Κάθυ…

ονειροπαρμενη2

Μια φωτεινή ημέρα, με τον ήλιο της – μια χιονισμένη, με νιφάδες-χορευτές…

Φτάσαμε πάνω πια, κι απέναντι απ΄τη σκάλα βρίσκεται το δωμάτιο που ήταν “Των Παιδιών”. Εκεί, μετά από κάποιες μετατροπές που είχαν γίνει όταν πια είχαν τα παιδάκια μεγαλώσει, βρίσκεται το δωμάτιο της Έμιλυ.

παιδιων

Για να δοθεί η γεύση κάποιας μικροκλίμακας.

Όπως ίσως θυμόσαστε, δεν πέθανε εδώ – είχε αφήσει την πιο υστερνή πνοή της στο κάτω πάτωμα, στον καναπέ του σαλονιού. Εκεί κοιμόταν, όταν δεν το μπορούσε πια τη σκάλα ν’ ανεβαίνει. Μα εδώ πάνω ήτανε που θα ονειρευόταν τις πλεκτάνες του βιβλίου της. Και εδώ ακριβώς θέλησε η Σάρα Εγκλαντίν να της αφήσει ένα ελάχιστο ρόδινο μπουκετάκι, με τα τριαντάφυλλα μιας άλλης, μιας περασμένης ανεπίστρεπτα εποχής.

ροδινα

Το ρόδο, είναι-και-δεν-είναι, ένα ρόδο.

Μετά, θα φεύγαμε. Αλλά, βεβαίως, πολλαπλώς χασομερήσαμε – με τα καπέλα, τα καπέλα, τα καπέλα. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία, μεγαλούτσικη – και, αν μας αξιώσει η ζωή, θα σας την πούμε. Στο μεταξύ (σύμφωνα με της Έμιλυ της ίδιας τα γραφόμενα, που όμως τώρα εδώ θα παραγράψω) είχα σχεδόν αναγκαστεί πια να γυρίσω, ψιθυριστά να ικετέψω και εγώ την τύραννό μου για να φύγουμε (*), γιατί δεν έμοιαζε να έχει καμμιά βιάση, χαζολογώντας δεξιά κι αριστερά. Μετά, θα φεύγαμε…

(*) παράφραση βασισμένη στη μετάφραση του βιβλίου από τον κύριο Α. Μπερλή, εκδόσεις Άγρα

εμιλυ

“Δεν είμαστε στενοί φίλοι, κι αυτό που διασκεδάζει την ίδια, για μένα είναι φοβερά οδυνηρό” είχαμε με τη Σάρα αντιγράψει, και πιο πολύ αλήθεια δε γινότανε – η εκδρομή αυτή και τα ανεβοκαταβάσματα, πάνω-κάτω στη σκάλα, με ξεθέωσε.

 

Η Βασανιστική Ευχαρίστηση του Παιχνιδιού, επιτέλους.


Αντιγράφοντας από σχόλιο στο φμπ, η κατάσταση σήμερα το πρωί ήταν η ακόλουθη, κατά λέξη: “8:45 σήμερα, 24/05/18 – από το αυτοκίνητο φαινόταν ότι κάποιος είχε πάρει την Πασχαλοβοτσαλίτσα, αυτό με έκανε να ανακτήσω την εμπιστοσύνη μου στην ικανότητα των ανθρώπων να βλέπουν, ενώ ταυτόχρονα με έκανε να λυπηθώ που δεν θα την ξαναέβλεπα… Μετά από μια στενότερη επιθεώρηση της κατάστασης, αποκαλύφθηκε ότι η βοτσαλίτσα παραμένει στη θέση της… Ας δούμε τι θα έχει γίνει την ώρα που θα τελειώσω τη δουλειά….” Σε απόλυτη και δωρική συντομία, συναισθηματικός κυκεώνας – ορίστε τί μας κάνει ενα βότσαλο, κι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή! Η πρωινή λοιπόν κατάσταση, ως έτυχε να φωτογραφηθεί, ήταν η ακόλουθη – 

πασχαλιτσα

8:45 πρωινή, και η Πασχαλίτσα (μου) πέρασε νύχτα όμορφη, κανείς δεν της ενόχλησε τον ύπνο της – και έτσι ,είχε ξυπνήσει φρέσκια-φρέσκια. Μεγάλο χτυποκάρδι, μα χαλάλι της!

Με την καρδιά φλεγόμενη, ελπίζοντας κι εγώ δεν ξέρω τι, να την αφήσουν; να τη βρούνε;  – αφοσιώνομαι στης μέρας το ξετύλιγμα, ως τη στιγμή του μεσημερινού διαλλείματός μου. Ώρα 12:15, ξανακατεβαίνω με μοιρολατρικό χτύπο καρδιάς για να ελέγξω την κατάσταση ξανά. Στο μεταξύ, σχόλιο φίλης μου αγαπητής θα συμπυκνώσει την κατάσταση σε μία μόνο λέξη – ήτοι “Θρίλερ”. Δυνάμεις διάφορες έχουνε αναπτύξει ενδιαφέρουσες δυναμικές, κι ενώ η σκέψη μου ήταν να αφήσω την πουά (μου) Βοτσαλίτσα εκεί, μέχρι το σχόλασμά μου της Παρασκευής, υποχρεώνομαι (με βάση τις καινούργιες εξελίξεις από τα σχόλια της διάδρασης) να εισηγηθώ στον εαυτό μου μια ακόμα ανατροπή – εάν η πασχαλίτσα-βοτσαλίτσα υπάρχει ακόμα εκεί μετά το σχόλασμα της Πέμπτης, τότε θα πρέπει να το αφήσω σ’ ένα ρίξιμο του κέρματος – και, αν θα πέσει σαν κορόνα να την πάρω, μα αν μου τύχει και προσγειωθεί με γράμματα, τότε να την αφήσω μέχρι το απόγευμα μέρας Παρασκευής. Τυχαίνει και η Βοτσαλίτσα είναι ακόμα εκεί – κανένας δεν την είδε, όπως φαίνεται, γιατί αδυνατώ να το πιστέψω πως την είδανε, και πως δεν την μαζέψανε ωστόσο!

πασχαλιτσα2 (2)

Πέστε μου, ποιός μπορεί ν’ αντισταθεί στο ωραίο της χαμόγελο και στα αθώα μάτια της; Δε γίνεται!

Αναλαμβάνω τώρα ρόλο ιστορικού – και, ανατρέχοντας σε μια ιστοσελίδα, ανακαλύπτω  πώς τη βρήκανε πρωτύτερα: υπήρχε ένα χέρι τρυφερό που θα τη μάζευε, και ίσως άλλωστε να είναι αυτό το χέρι, που μου την άφησε στο μέρος που τη βρήκα: τι συγκίνηση! Την είχε βρει στις 21 Μαΐου, απ΄ότι έμαθα – καρδιοχτύπι από τη φωτογραφία, την οποία επεξεργάστηκα για το χατήρι των ματιών μας, γιατί παίζουμε κι εμείς (εσείς κι εγώ, εδώ και τώρα – τι όμορφο, παράλληλο παιχνίδι!).

πρωτη

Και συνεχίζω, ως ιστορικός ρακοσυλλέκτης, και – όποιος ψάχνει βρίσκει, και τώρα έχω μάθει ακριβώς πότε και πού, και πόσων ημερών ακριβώς είναι η Πασχαλίτσα (μου)! Την πρωτοέκρυψαν στις 21 Μαΐου 2018, ώρα πέμπτη απογευματινή – δηλαδή είναι σήμερα ακριβώς τριών ημερών και εικοσιοκτώ λεπτών (την ώρα που γράφεται αυτή εδώ η παράγραφος)! Είδε το φως της δημιουργίας με μερικά άλλα αδέλφια, όπως η ιστορική συνέχεια μας πληροφορεί:

αρχη

Η Πασχαλίτσα και τα συμπαντικά της αδερφάκια!

Ψάχνοντας όμως μέσα στους πετροϊστότοπους, μαθαίνω με ανακούφιση ότι υπάρχει χώρος στο παιχνίδι και για νόμιμη παρακράτηση του παιγνιώδους αντικείμενου, γιατί υπάρχει άλλωστε και το ερωτοχτύπημα και πρέπει, και για αυτό, να μεριμνούμε κι ολοψύχως να τυρβάζουμε! Και πάνω που έχω ηρεμίσει με τις έννοιες της νομίμου παρακράτησης, μου έρχεται μήνυμα ηχητικό από, αρκούντως αγχωμένη, μια φωνούλα: “Τώρα, να πας να τη μαζέψεις, τώρα, τώρα!” – κι ανήκει η φωνή στον αγχωμένο αρκουδάκο Αλοΰσιους, που (σε παραφορά και ηχητική παραφθορά) μου λέει σε ιαπωνικά επιτακτικά トラ・トラ・トラ, και που ηχεί σαν ΤόραΤόραΤόρα, παλιά ταινία για ορισμένους από μας που τη θυμούνται, και που ως λέξη ιαπωνική σημαίνει την απώτατη, την πιο μεγάλη, έσχατη κατάπληξη. Και που στα ελληνικά εγώ το ακούω ως Τώρα-τώρα, τώρα παρακαλώ κι αμέσως τώρα, ή πεθαίνω. Του λέω “Μήπως είσαι αισθηματίας;” Κι εκείνος, αφοπλιστικός, απελπισμένος και αγχώδης αρκουδάκος, μου απαντάει ένα τόσο ειλικρινές κι αγωνιώδες – “Όχι, δεν είμαι συναισθηματίας, είμαι Α-α-άπληστος!”. Και έτσι, πάω κι εγώ και τη μαζεύω να την βάλουμε παρέα στο κουτάκι, και να τη βγάζουμε να παίρνει τον αέρα της τον κήπο, όπου δε θα κινδυνεύει  – η Βοτσαλίτσα ή ο Αλοΰσιους δεν ξέρω, μα δεν θα κινδυνεύει να την πάρουν! Κι η ώρα ήταν 13:22, και τελικά είχε πια κλείσει εικοσιτετράωρο η Βοτσαλίτσα (μου, και του Αλοΰσιους βεβαίως), και ήτανε πια ώρα να δεχτούμε το αναπόφευκτο, ότι το θρίλερ μας τελείωσε ευάρεστα – και ως αντάλλαγμα στο πνεύμα αυτού του πετροπαιχνιδιού, θα αναγκαστώ να ζωγραφίσω μια πετρούλα και να τη στείλω στον μεγάλο αυτό κόσμο, για να ζεστάνει όποιον την καταδεχτεί, ωραία κατάληξη! Χώρια που τώρα πρέπει να βρω και κουτάκι, να το επενδύσω με πανιά μεταξωτά – γιατί όποιος τάζει τα παλάτια πρέπει και να τ’ αποδίδει στους βοτσαλοδικαιούχους, τι να κάνουμε;

Αλ

Μπορεί άλλοι να έχουν βατραχάκια, μα ο Αλοΰσιους έχει κοτζάμ Βοτσαλοπασχαλίτσα, όχι παίζουμε!

Το βάσανο του Παιχνιδιού: η ροή και η ανταμοιβή.


Όπως ίσως γνωρίζετε (από τη χθεσινή αφήγηση της περιπέτειας με τη βοτσαλοπασχαλίτσα), βρέθηκα με το ηθικό δίλημμα να πρέπει να αποφασίσω αν θα ενδώσω στον πειρασμό να κρατήσω το βρετίκι, ή να συμμετάσχω στο παιχνίδι που μου σκάρωσε η μοίρα! Λοιπόν, μιλώντας χτες σχετικά με αυτό, ήταν λίγο για γέλια και επίσης άλλο λίγο και για ακόμα περισσότερα γέλια – για να μην πω για κλάμματα, όπως με εννοείτε! Πενηντατόσων χρονών άνθρωπος, και να μη θέλω να αποχωριστώ το βοτσαλάκι, τέτοιο χάλι! Κι όπως λοιπόν μιλούσα με μια φίλη αγαπητή, ήταν σα να ακούγαμε κι οι δυο παιδί που είχε πάθει μια μεγάλη αγωνία, να αναγκαστεί να μοιραστεί το παιχνιδάκι του! Μου λέει λοιπόν η φίλη μου ότι άμα δεν παίξω θα χαλάσω τη ροή – στο οποίο εγώ της απαντώ ειλικρινώς, πως όποιος σκέφτηκε μια τέτοια κασκαρίκα, θα πρέπει να έχει συνυπολογίσει επίσης και την πιθανότητα να είναι κάποιος Παίκτης Ζαβολιάρης. Και δε θα μ’ ένοιαζε να είμαι ζαβολιάρα, μα καθόλου! Και εκεί γελάσαμε, και έμεινε το θέμα ακόμα άλυτο! Όμως, έλα που σήμερα θα πήγαινα στην πόλη, και έτσι μου εμφανιζόταν μια ξεκάθαρη, θεάρεστη ευκαιρία να αφήσω την Πασχαλοβοτσαλίτσα σε κάποιο μέρος βολικό, που να βρεθεί από κάποιον έτερον Ανύποπτο; Δεν είχα φτάσει σε μια κάθετη απόφαση, ακόμα το μουρμούριζα κι όλο το ανακάτευα – και τελικώς, πήρα απόφαση ότι θα έπρεπε να την αφήσω να πετάξει, ενδεχομένως – γιατί έτσι που ήτανε αυτή ζωγραφισμένη, έμοιαζε λες και άνοιγαν λιγάκι τα φτεράκια της…

shefnext2

Στο πίσω μέρος της, ανοίγουν τα φτεράκια – άσπρο τρίγωνο!

Η διαδρομή από το μέρος που ξεκίναγα και ως το μέρος που θα έπρεπε να πάω (με τα πόδια) ήταν μια απόσταση 1.287 χλμ. Δεν είχα ακριβώς αποφασίσει πού θα τη μισοέκρυβα (η επιγραφή στο κάτω μέρος απ΄το βότσαλο έλεγε Κρύψτε – αλλά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να μην την πολυκρύψω, αν ήθελα από κάποιον να βρεθεί). Αυτό το άφησα στην τύχη, δηλαδή ρώτησα κάποιον άλλον για να πάρει την απόφαση. Και τελικά, την άφησα κοντά στο μέρος που ξεκίναγε η διαδρομή μου η περιπατητική, που συμπτωματικά ήταν πολύ κοντά στο μέρος που την είχε κι εγώ βρει, μόλις εχθές.

IMG_0633 (2)

Τοιχάκι ύψους περίπου ενός μέτρου, εσείς τη διακρίνετε;

Νομίζω ότι είναι απολύτως ευκρινής – θα έχω αργότερα την ευκαιρία να επαληθεύσω αν όντως οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για τα μικρά θαύματα, σκέφτομαι. Και χωρίς να λυπηθώ καθόλου, συνεχίζω το δρόμο μου – σε εκείνη τη δεδομένη στιγμή, η επιθυμία μου είναι να βρει κάποιος την Πασχαλίτσα, να την περιμαζέψει και να χαρεί μια παιδική χαρά. Και, ώ του θαύματος, με το που στρίβω τη γωνία, τι να δω κάτω στο κράσπεδο;

shefrog2

Κάτι μικρό και πράσινο – το Σύμπαν δίνει δώρα σε αυτούς που δε διακόπτουν τη ροή, κατά πώς φαίνεται!

Περιττό βέβαια να πω ότι το μάζεψα – και ότι είμαι μία παίκτις τυχερή – όπως εικάζω! Γιατί το αντικειμενάκι το σημερινό, ούτε που να το είχα κάνει πια παραγγελία! Είναι ιδανικό να προστεθεί σ’ ένα καπέλο για τη Σάρα Εγκλαντίν, άσε που είναι μυθικό και ιδεώδες σε επίπεδο μικροσυμβολισμού! Ένα Βατράχι-βατραχάκι, ένας πρίγκηπας! Κι όλοι το ξέρουμε ότι η Σάρα αγαπάει τα βατραχάκια, τους έχει κιόλας ειδική αδυναμία – τέτοιο δώρο!

shefrog

Ακουμπισμένο βατραχάκι σε κυγκλίδωμα μεταλλικό δίπλα ακριβώς από το μέρος που το βρήκα – είναι στα σίγουρα από γενιά πριγκηπική, ειδέτε χρώμα!

Μετά από μια διαδρομή λοιπόν 1.287 χλμ επί 2 – και που σημαίνει 2.574 χλμ. και δύο ώρες αργότερα – κι η Πασχαλίτσα ήτανε ακόμα εκεί, απίστευτο! Ειλικρινώς, είχα πιστέψει πως στο γυρισμό δε θα την έβρισκα εκεί… Ώστε, το νέο όριο που βάζω στο παιχνίδι, πάλι άλλαξε! Θα περιμένω, δίνοντας μια ακόμα ευκαιρία στον επόμενο Ανύποπτο – αλλά αν δεν την έχει πάρει κάποιος μέχρι την Παρασκευή το απόγευμα, όταν σχολάω από τη δουλειά, τότε η Πασχαλίτσα θα ξανάρθει με εμένα – και θα πρέπει να της βρω εκείνο το μεταξωτό κουτί που λέγαμε, να το ‘χει για σπιτάκι…

Το βάσανο του Παιχνιδιού: ηθικές και άλλες υποχρεώσεις.


shefrock

Χαμογελαστή ζωγραφισμένη πασχαλίτσα-βότσαλο, αεροστεγώς σφραγισμένο χρώμα, πολύ προσεγμένη.

Πήγαινα σήμερα να κοιτάξω το αυριανό μου πρόγραμμα σε ένα μέρος εργασίας, και έτυχε να δω ακουμπισμένη, κάπου, μια πασχαλίτσα βοτσαλένια, και αμέσως ένιωσα το χέρι μου να απλώνεται να την περιμαζέψει! Κι όπως την κοίταξα και την εξέτασα, τι είδα, παρά μια ευγενική προτροπή σε ένα ομαδικό παιχνίδι με τις λέξεις: #Sheffield UK rocks Fb pls take pic, post +rehide – που σημαίνει πως η πασχαλίτσα είναι ένα ομαδικό παιχνίδι προς ύμνηση της ωραίας πόλης του Σέφηλντ, ώστε, παρακαλούμε, φωτογραφίστε, ποστάρετε στο φέισμπουκ και ξανακρύψτε την αλλού…

shefrocks2

Η Παγίδα… (πρόσκληση και πρόκληση, παράκληση επίσης).

Και εδώ είναι, που προκύπτει το ζήτημα: γιατί, την ώρα που άπλωσα το χέρι μου και ανέσυρα τη βοτσαλένια πασχαλίτσα από την ανυπαρξία της (γιατί, βεβαίως, πριν να τη βρω η πασχαλίτσα δεν υπήρχε για εμένα και, με την οπτική ενός παιδιού εις την οποία με παρέσυρε, τόσο κόκκινη και πουά και με χαμόγελο γλυκό ζωγραφισμένο πάνω στο πασχαλίστικό της το μουτράκι, ήταν απλά ανύπαρκτη πριν από τη συνάντηση), μα τώρα, υπαρκτή και δίπλα μου ενώ γράφω και σκέφτομαι τι άραγε ευθύνη φέρω εγώ… Γιατί, η πασχαλίτσα αποδείχτηκε παγίδα!

shefrocks3

Εκεί που πήγαινα ανύποπτη (Ι)

Γιατί με έφερε βιαίως και με τρόπο πλάγιας έκπληξης μέσα σε μια ομάδα παιχνιδιού, δυναμικά – εμένα, που συνήθως παίζω μόνη μου, ή που είμαι εγώ εκείνη που εμπλέκει δόλια άλλους, και τώρα βρήκα φαίνεται μάστορα μαυροκόκκινο να με μερεμετίσει! Γιατί, μου εμφανίζονται οι δύο πιθανότητες: ή να κρύψω ξανά την πασχαλίτσα – ώστε να συνεχίσει το παιχνίδι και με άλλους, ή να την πάρω σπίτι μου και να της φτιάξω «μεταξωτό κουτάκι να έχει για σπιτάκι» όπως έλεγε και το ποίημα του δημοτικού για την Πεταλούδα, που όποιος τύχει να το θυμηθεί ας σχηματίσει ένα χαμόγελο συμπαίκτη… Αυτά και άλλα, είναι που κάνουν τη ζωή μου ενδιαφέρουσα, οι αφορμές για ενδοσκόπηση μέσα από τυχαίο βοτσαλάκι, παιχνιδιάρικο…

shefrocks4

Εκεί που πήγαινα ανύποπτη (ΙΙ)