Εις τις υπηρεσίες των Τεχνών, καλοντυμένοι.


Έτυχε τις προάλλες και θυμήθηκα κάτι ελαιογραφίες παλαιότερες, του 1783 συγκεκριμένα. Φτιαγμένες απ΄το χέρι ενός περιπλανώμενου ζωγράφου υπό το όνομα κι επώνυμο Άρνολντ Άλμοντ, έχουνε απαθανατίσει το υπηρετικό προσωπικό της Χάρης Του Τζων Φρέντρικ Σάκβιλ, 3ου Δούκα του Ντόρσετ και προγόνου της αξιοσημείωτης Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ (που υπήρξε εράστρια της Βιρτζίνια Γουλφ και αποτέλεσε την έμπνευση για το αριστουργηματικό βιβλίο της “Ορλάντο”). Ο Δούκας ήτανε το αποτέλεσμα της εποχής του, μιας εποχής που θα φερόταν στους υπηρέτες των αριστοκρατικών νοικοκυριών με μιαν αβρότητα που πια δεν συναντάται (ή έτσι ισχυρίζονται αυτοί που αναγνωρίζουν τα σημάδια καταπτώσεων των καιρών). Ήτανε θεμιτό οι υπηρέτες να ενδύονται με ρούχα προσεγμένα (αντίθετα με τις κατοπινές τάσεις, κατά τη βικτωριανή και εδουαρδιανή περίοδο, που επέβαλαν ομοιομορφία των στολών ώστε άμεσα να διακρίνεται το είδος της υπηρεσίας: καμαριέρα, παραμαγείρισσα, μαγείρισσα ή οικονόμος, – σκεφτείτε τις απαισιότητες και τις κοινωνικές διαβαθμίσεις των υπηρετών στο Gosford Park, να μ’ εννοήσετε).

GosfordPark9

Συμφωνία σε Άσπρο και Μαύρο: ο καθείς ανάλογα με τη σειρά του, για να μην διαταράσσεται και η ιεραρχία.

Όχι, τον δέκατο όγδοο αιώνα η εκτίμηση της καταστάσεως ήταν σαφώς αλλιώτικη: οι υπηρέτες ήταν ορισμένως μέλη της ευρυτέρας μας οικογενείας, ήτανε κάπου ανάμεσα στο κατοικίδιο και στο αίμα μας το ίδιο, αγαπητοί μου. Ο τρόπος δε, της ένδυσης, είναι ένας άθλος της ευγένειας και της διακριτικότητας, αλλά επίσης και μιας μέγιστης  άσκησης της ασκήσεως εξουσίας. Ας πούμε – έχει να το λέει και το ανάλογο πρωτόκολλο, ότι ο Ευγενής μπορεί να ενδύεται ενδύματα όποιου χρώματος του έρχεται στη γκλάβα, μα τέτοιες ελευθεριότητες δεν είναι σε αυτόν επιτρεπτές σε σχέση με τις αμφιέσεις των υπηρετών: αυτές είναι επιβεβλημένο να βασίζονται πάνω στα χρώματα και τους συνδυασμούς αυτών, όπως υπάρχουν στο εκάστοτε οικόσημο. (J. Cussans, The Handbook of Heraldry (1869) σελ. 314.) Δείξε μου τη στολή του υπηρέτη σου, και θα σου πω ποιός είσαι, ποια είν’ η σκούφια σου. Με λεπτομέρειες που θα ξενίζανε τους πάντες, εκτός από στρατιωτικούς και ταγματάγγελους, υπήρχε μια οργάνωση που επέτρεπε να ξέρει ο καθένας ποια είναι η θέση του, αλλά κυρίως που επέτρεπε την αναγνώριση του υπηρέτη σε σχέση με το “τάγμα” του, τον οίκο που είχε κληθεί να υπηρετήσει, και τους συσχετισμούς δυνάμεων ευρύτερα – ας πούμε, υπήρχανε διακριτικά που ήταν μόνο για χρήση από τους υπηρέτες του μονάρχη! Έτσι λοιπόν, ας κάνουμε μια άσκηση – κι ας δούμε τι πληροφορίες μας χαρίζει το πορτραίτο το ακόλουθο:

scan-14

Ο Υπηρέτης Ντάνιελ Ταίηλορ, με λιβρέα σε χρώμα μπλε με κίτρινο χρώμα σε θέση δευτερεύουσα (γιακάς, πέτο), ασημί κουμπιά και χρυσαφιές επωμίδες.

Αυτά τα ιδιαίτερα στοιχεία της αμφίεσης υπονοούν ότι ο κύριός του είναι ευγενής, ανήκει στο στρατό, το οικόσημό του έχει πρωτεύον χρώμα το μπλε με δευτερεύον χρώμα το κίτρινο, καθώς και λεπτομέρειες χρώματος ασημί. Και έπειτα, με τη σειρά τους, ετούτα τα στοιχεία συμφωνούν κι αποκαλύπτουν ότι το αφεντικό του ήτανε ο τύπος ο δικός μας, ο Τζον Φρέντρικ Σάκβιλ, 3ος Δούκας του Ντόρσετ (24 Μαρτίου 1745- 19 Ιουλίου 1799), ένας λιγάκι έκλυτος, ως λέγεται, που είχε όμως γίνει ως και Πρέσβης. Ο Δούκας μας, είχε λοιπόν αποφασίσει να αγκαζάρει το ζωγράφο να του φτιάξει πορτραίτα όλων των υπηρετών του – αυτούς εντός σπιτιού, μα και τους άλλους, που πασχίζανε χειρώνακτες στα δουκικά του τα χωράφια εργαζόμενοι. Οι πίνακες αυτοί τώρα υπάρχουν στο Knole, αλλά μπορείτε να τους δείτε με μια κλεφτή ματιά αμέσως τώρα.

knole-portraits

Μοιάζουνε τόσο ευγενείς, καλοντυμένοι! Μικρά πορτραίτα, μα μιας τέτοιας δεξιότητας…

Και θα μπορούσαμε για ώρες να ασχολούμαστε με τα ονόματα (όλα γραμμένα πίσω από τα πορτραίτα, επιμελώς) και τις στολές υπηρετών στο διηνεκές, αν δεν με πίεζε η φύση μου η άναρχη να σας μιλήσω για έναν κύριο Ζακίρωφ, και για μια τέχνη που μου πήρε την καρδιά. Κι ομολογώ, ότι ετούτη η ανάρτηση είχε σκοπό να αντιπαραβάλει τις δύο όψεις των πορτραίτων υπηρέτου.

Ας πάμε ώστε, επί του πρακτέου. Έλνταρ Ζακίρωφ, αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής της Τασκένδης το 2005. Τo 2012, ο κύριος Ζακίρωφ έφτιαξε μία σειρά από πορτραίτα που έχουνε κι αυτά μια ιστορία που μέσα σε εμένα αντηχεί: έξι πορτραίτα καμωμένα των πέντε γάτων (από τους περίπου εβδομήντα) που διαφυλάσσουνε τα έργα του μουσείου Ερμιτάζ, παρακαλώ! Και επειδή εγώ το Ερμιτάζ το αγαπώ, μιας και εξ αιτίας του θα είχα κάνει γνωριμία με κάποια με το ονοματεπώνυμο Σόνγια Ροστόβα (πρώην Μαρμελάντοβα) που στο Ερμιτάζ θα είχε πάει μια ημέρα γιορτερή (για να χαρεί τη χάρη γλυπτού Έρωτα, αλλά επίσης και τη σκόνη της Ψυχής, την αρπαγή Σαβίνων, το μπούστο της Μεγάλης Αυτοκράτειρας σε μέταλο, προσευχητάρια σε σμάλτο εικονισμένα, αρχαία και χρυσά βαρβαρικά, σιβηρικά… Ε, τέλος πάντων – ας δεχτούμε πως του έχω του Ερμιτάζ αδυναμία!).

Και πώς θα ήταν δυνατόν να μην του έχω, άπαξ και έμαθα και το απίθανο των γάτων; Διότι, τρέχουνε οι γάτοι στα υπόγεια, καμμιά φορά μπαίνουνε και στις αίθουσες τις πάνω και λιμαίνονται τα εδάφη των τεχνών, επιτηρούν. Η μυρωδιά τους αποδιώχνει κάθε ασέβεια που δείχνουν τα ποντίκια κι οι αρουραίοι προς την Τέχνη. Υπάρχει μια παμπάλαια ιστορία, πως κατ’ αρχάς, ήταν η ίδια η κόρη του Αυτοκράτορος του Πέτρου που έφερε τις γάτες στο ανάκτορο, μετά ενίσχυσε την τάση η Μεγάλη Αικατερίνη, τιμώντας αυτά τα γατιά και ονομάζοντάς τα Φύλακες Τέχνης ( ή κάτι άλλο, πλην παρόμοιο). Και για να εξακολουθήσουν οι τιμές, τα μεγαλεία – αλλά επίσης και γιατί σαφώς το αξίζουνε, έχοντας θέσει εαυτούς στην Καλλιτεχνική Υπηρεσία των Τεχνών, αποφασίστηκε ο νεαρός κύριος Έλνταρ Ζακίρωφ (που ούτε καν ετών τριάντα, ο εξαίρετος) να λάβει τις προτάσεις της υπεύθυνης των γάτων του μουσείου, Μαρία Χαλτούνεν – για το ποιοί γάτοι θα μπορούσαν να υπάρξουνε μοντέλα για τις γατίσιες προσωπογραφίες. Ως τίμιοι υπηρέτες θα ντυνόντουσαν λιβρέες της εποχής των τσάρεβιτς, θα έχαιραν μπορντούρες με δικέφαλους αητούς, κουμπιά, κουμπάκια και περίτεχνα βελούδα. Σας παραθέτω τις εικόνες τους, που αν και δεν είναι αληθινά ελαιογραφίες, ωστόσο έχουνε το στυλ των Ρώσσικων πορτραίτων της Αυλής του 18ου και 19ου αιώνα, όπως θα είχανε ζωγραφιστεί από τους Όρεστ Κιπρένσκυ και Ίλυα Ρέπιν.

Αυτοί οι γάτηδες, με τα ωραία τους επαγγελματικά διακριτικά – πρώτος τους ο Μαθητευόμενος Γάτος Ζαχαροπλάστης της Αυλής του Ερμιτάζ, δείτε τι όμορφος με τα σειρίτια του, με τα λαμπρά κουμπάκια του και το φρουί γλασέ να το μισομαντεύουμε πίσω αριστερά σ’ ένα τριώροφο πυργάκι-φοντανιέρα… Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-4

…που θα μπορούσε και να ήταν στρατηγός, και αρχιστράτηγος, ακόμα και μικρός τυμπανιστής σε μια ορχήστρα, μα έλα που διάλεξε να απασχολείται με τη ζάχαρη (αλλά και τις δοκιμασίες των ερώτων, είναι ακόμα νεαρός και τόσον εύελπις!).

 

Μετά από αυτόν, θα έρθουν κι άλλοι: ο Αρχιθαλαμηπόλος, σοβαρός με κόκκινη στολή σχεδόν αιμάτινη, με τις μπορντούρες ασημόχρυσης κλωστής πασμαντερί. Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-6

Ο Σερβιτόρος της Αυλής, με τα τριών ειδών κουμπάκια και το διακριτικό του φιόγκο, μες στα χρυσάνθεμα του φόντου και τις ντάλιες.

Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-1

Αυτόν εδώ τον πιτσιλάτο γάτο, μαθαίνω πως τον λένε (αλήθεια) Κούζμα.

Ο μελαμψός Μαυριτανός με το σαρίκι του, πίσω του αναμνήσεις από κάθετες μορφές αρχιτεκτονικής της προσευχής (είχαμε κάποτε κι εμείς το μιναρέ μας). Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-2

Ο ίδιος Μώρος, με το γελέκι του βλατί και χρυσοποίκιλτο, δύο φιδάκια μερωμένα κατεβαίνουνε από το ύψος της λαιμόκοψης και σταυροχαιρετιούνται αντικρυστά, ενώ τριγύρω τους κρίνα της άμμου, της ερήμου και των ευαγγελισμών ανθοφορούνται εν τω μέσω της χιόνος, της νιφάδας, της πιτσίλας… Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-3

Και τελευταίος, ο Προάγγελος της Άμαξας με τη λιβρέα του που έχει σα στολίδι στα κουμπιά και στα σειρίτια το σήμα του Δικέφαλού μας Αητού (βοήθειά μας, Βασιλεύουσά μου Πόλη).

Eldar-Zakirov-2012-Cat-for-Hermitage-Mag-5

Κι αυτόν εδώ τον λένε Ρίκι ο Πρεσβύτερος!

Καταλαβαίνετε, η Τέχνη θέλει Τέχνη – και, αν οι υπηρέτες κάποτε ανήκανε στα μέλη είτε και στα αντικείμενα ενός αρχόντου, σα τσουμπλέκια να λογιάζονται, τώρα οι γάτοι που φυλάνε απ΄το ροκάνισμα των τρωκτικών τα μεγαλεία των τεχνών του παρελθόντος, αξίζει σίγουρα να συμπεριληφθούν μεγαλειώδεις, ταπεινοί, γουνοεφτάψυχοι, χουρχουριστοί και τριχωτοί, καλοντυμένοι!

“Ο Αυθέντης του Πύργου”: ένα Γοτθικό Ρομάντσο.


Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μας υπήρχε, μεταξύ άλλων, μια σειρά από δέκα δερματόδετα βιβλία (καφέ με διάφορες χρυσομπορντούρες, πιστεύω ήτανε εκδόσεις της δεκαετίας του ’70). Είχα περάσει ώρες από την παιδική μου ηλικία χωμένη στο κρεβάτι ξεφυλλίζοντας εκείνες τις κάπως σκληρές σελίδες – θυμάμαι ότι η υφή απ΄το χαρτί ήταν μεν μαλακή, μα το χαρτί πρέπει να είχε κάποιο πάχος, κι έτσι εκείνα τα βιβλία ήταν επιτομές μιας λογοτεχνικής βαρύτητας (αφού ήταν ταυτόχρονα κάπως χοντρά, κάπως σκληρά, κάπως λιγάκι ίσως και να στερούνταν σχετικής ευελιξίας) δεν ήτανε το είδος του βιβλίου που σ’ αφήνει να το επεξεργαστείς με την αφή, να το οικιοποιηθείς. Και, αν και εγώ δεν είχα τάσεις να επιθυμώ να τσαλακώσω, να υπογραμμίσω ή εν γένει να φερθώ κάπως σκαιά στους βασικούς φίλους της παιδικής μου ηλικίας, ένιωθα κάποιο μερικό εκνευρισμό απ΄το ότι οι γωνίες του βιβλίου είχανε τη δυνατότητα να αφήνουνε στο δέρμα μου διάφορες κοκκινίλες, αφού συχνά θα τα στερέωνα επάνω μου, γιατί κουράζανε τα χέρια μου έτσι όπως ζύγιζαν πολύ, όντας θεόρατα (σε σχέση με τα κόμιξ, που επίσης με μανία καταβρόχθιζα). Εκείνα τα βιβλία υπάρχουνε ακόμη σε κάποιο σπίτι στο οποίο δεν έχω πρόσβαση (ή, έστω έχω πρόσβαση μονάχα μερική). Θυμάμαι κάποιους απ΄τους τίτλους – και θυμάμαι διάφορες απ΄τις λεπτομέρειές τους, ενώ κάποια άλλα στοιχεία επιμένουνε με πείσμα να διαφεύγουν απ΄τη μνήμη μου. Και για του λόγου το αληθές, τους παραθέτω εδώ (γιατί, ποιός ξέρει;) ίσως κάποιοι να έχουνε κι εκείνοι ενθυμήσεις – ίσως να είχανε ακόμα και ετούτη τη συγκεκριμένη ακόμα έκδοση (που, απ΄ότι έμαθα αργότερα, θα την πουλάγανε μέσω αντιπροσώπου απ΄τις εκδόσεις – των οποίων εκδόσεων δε θυμάμαι όμως ούτε καν το όνομα…). Λοιπόν, αρχίζω – κι ο θεός να ΄ναι βοηθός μου στο εγχείρημα! Για κάποια από εκείνα τα βιβλία θα αναφέρω μόνο τίτλους – και για άλλα, θα αναφέρω και το όνομα συγγραφέως, όπως ήτανε στη ράχη τη δερμάτινη…

Ο μύλος στον Φλος – Τζωρτζ Έλλιοτ/ Το μυστήριο του Έντουιντ Ντρουντ – Κάρολος Ντίκενς/ Ο άνθρωπος με το ξυρισμένο κεφάλι – [……………]/ Οι εξομολογήσεις του Φέλιξ Κρουλ – Τόμας Μαν/ Μπροστά στον καθρέφτη – [……………]/ Η στενή γωνιά – [Σώμερσετ Μωμ]

Αλλοίμονο, δε φαίνεται να τα θυμάμαι όλα πλέον! Αλλά υπάρχουνε, όσα υπήρχανε και τότε – και κάποια άλλη στιγμή πιστεύω ότι θα μπορέσω να εξακριβώσω ό, τι η μνήμη μου αρνείται  τώρα να παραχωρήσει, η μπαμπέσα… Από αυτά, το πιο αγαπημένο μου θα είχε υπάρξει το βιβλίο του Τόμας Μαν: ο Φέλιξ, ήτανε συνονόματος του σκύλου μας, και είχε μια γλώσσα που ήταν φιλική προς το παιδί που είχα υπάρξει: γιατί μέσα σε κείνο το βιβλό υπήρχαν χαρισματικές αναφορές στην παιδική του απατεώνος Φέλιξ Κρουλ την ηλικία, κι υπήχε και μια γλώσσα που ανάδευε τα κύματα υπό το βλέμμα της νεράιδας Λορελάι (έξτρα κυβέ, για όσους από εσάς αναγνωρίζετε τη ζωγραφιά της ετικέτας των κρασιών του πατρός Κρουλ). Συνήθιζα να μασουλάω καραμέλες, ενώ διάβαζα. Αυτές ήταν κάτι λευκοασημιές, ή κάτι ασημοροζέ, επίσης κάτι χρυσοκίτρινες (τις αγοράζαμε από ένα καραμελάδικο στην κεντρική οδό της Πλάκας, την οδό Αδριανού, αν ενθυμούμαι και σωστά – έχω αρχίσει ν’ αμφιβάλλω για τη μνήμη μου εδώ και μια παράγραφο περίπου, μ’ εννοείτε…). Και ήτανε μια ευτυχής στιγμή της συγκυρίας λογοτεχνίας και ζωής “πραγματικής”, όταν θα είχα ανακαλύψει μια σελίδα που θα περιέγραφε εκείνο το καραμελάδικο ακριβώς  (αν και περίπου), μες στις σελίδες του κυρίου Τόμας Μαν. Λίγα χρόνια αργότερα, θα τον ξανάβρισκα στη Βενετία ν’ ανατέμνει ομού θάνατο και έρωτα, και κάποια άλλη ιστορία βιβλική – με τη μαμά του Μωυσή που ήταν κόρη φαραώ και είχε βάλει να σκοτώσουν (αφού θα είχε όμως πρώτα αποκτήσει σαρκικώς ενός καπρίτσιου της το ποθητό κορμί – κι εκείνο το καπρίτσιο της θα ήτανε, αν ζούσε, του καλαθο-ευρεθέντος Μωυσούλη ο μπαμπάς…).

Αυτό είναι το πρόβλημα με τις λογοτεχνίες: μας παίρνουν και μας πάνε σε περίπατους, επιθυμούν από εμάς ν’ ακολουθήσουμε τις σκέψεις, να εφεύρουμε εκλεκτικές συγγένειες και σόγια! Ε, για να μην πολυλογώ, έμαθα διάφορα από εκείνη εκεί τη δερματόδετη σειρά… Όπως, ας πούμε, πως γινόταν να πεθάνει ο συγγραφέας χωρίς να έχει καν τελειώσει το μυθιστόρημα που έγραφε: ούτε ο Φελιξ Κρουλ, ούτε ο Έντουιντ Ντρουντ θα είχαν καταλήξει σ’ ένα τέλος. Αλλά κι ο Τόμας Μαν, κι ο Ντίκενς θα τα κλείνανε τα μάτια τους αφήνοντάς με μες στα κρύα του λουτρού τους. Αυτό, είναι μια βάρβαρη υπόθεση, αλλά οφείλει ο αναγνώστης να αποδέχεται την αποχώρηση που έρχεται απρόβλεπτη (όπως μες στα βιβλία, έτσι κι έξω στη ζωή – όπως εν ουρανώ, και επί της γης – και ο μακρόκοσμος διέπεται από νόμους που ορίζουν το μικρόκοσμο, και δε μιλώ εδώ απλώς αλχημικά).

Λοιπόν, σ’ αυτό το όμορφο κολιέ των δερματόδετων (σ’ αυτή τη θαλερή οδοντοστοιχία, ούτως ειπείν) θα εμφανιζόταν εν καιρώ ένα κενό, το οποίο θα κατέτρωγε τη σκέψη μου – δε μου αρέσουν τα κενά, είναι αντίθετα στην αίσθηση που έχω για την τάξη – μα υπάρχουν. Το δε συγκεκριμένο, είχε έναν τίτλο που μου σύγχιζε το νου τον παιδικό μου, αν και ως ανάγνωσμα ήτανε μάλλον φιλικό προς ανηλίκους, ή έστω, φιλικό προς την ανήλικη που είχα εγώ υπάρξει. Επιγραφόταν με το όνομα “Ο Αυθέντης του Πύργου” – και αυτό με έκανε να σκέφτομαι αν έχουν οι Αφέντες Αυθεντία – ή τέλος πάντων τί να ήτανε εκείνος ο Αυθέντης; Και η κυρία που το είχε γράψει ήταν μια κυρία Βικτώρια Χολτ. Τώρα, το θέμα είναι ότι ίσως και να είχε μια ελαφριά ομοιότητα με τα ΒΙ(βλία) ΠΕΡ(ιπτέρου) της τάξεως των Νόρα – αλλά και πάλι, δε θα ήταν τόσο ανεκδιήγητα παρηγορητικό – είχε κάποιες ιδιαιτερότητες στο ύφος, κάτι που έλαμπε σαν ζοφερό πετράδι, ακατέργαστο. Η ηρωΐδα, ας πούμε, ήταν συντηρήτρια έργων ζωγραφικής. Υπήρχε μνεία για ένα σμαραγδένιο περιδέραιο που άστραφτε. Υπήρχε κάτι που θα θύμιζε τις αδερφές Μπροντέ, ενδεχομένως. Και είχε εκδοθεί με αξιόλογη παρέα και συντροφία – τους προαναφερόμενους κλασσικούς συγγραφείς σα γκαραντί του. Και δεν το είχα πια στην κατοχή μου, και μου έλειπε – γιατί θα ήθελα να το ξανακοιτάξω ως ενήλικας, και να χαμογελάσω με τα ίχνη κάποιας παρωχημένης τρυφερότητας απέναντι στην αναγνώστρια που ήμουν, ως παιδίσκη.

Eleanor_HibbertΚαι, πώς τα φέρνει η ζωή! Μόλις πριν από κάποιες μέρες, θα αναλάμβανα ένα μικρό προσκύνημα στην κάμαρα που έγραφαν τις νύχτες και τα απογεύματά τους οι Μπροντέ! Και σε μια διανυκτέρευση κατά τη διάρκεια της προσκυνητικής μου εκδρομής, θα είχε τύχει να βρεθώ να καταλύω σε έναν πύργο (σχετικώς) που θα τον είχαν μετατρέψει σε μικρό ξενοδοχείο μιας φιλοξενικής παραμονής – και τί θα έβρισκα μέσα στα αφημένα εκεί βιβλία (σαν είδος μιας δανειστικής/χαριστικής βιβλιοθήκης φανταστείτε το); Για όποιον μάντεψε – μαντέψατε σωστά! Κι έτσι, ξαναξιώθηκα να αποκτήσω το βιβλίο μου, αν και σε ξένη γλώσσα κι όχι πια τη μητρική, αλλά παρέα με μια ανάμνηση από το ρόπτρο που θα είχε η εξώπορτα σ’ εκείνο το, πια γκρεμισμένο, σπίτι που μασούλαγα τις ασημένιες καραμέλες των χρωμάτων (ροζ, άσπρες, και το πράσινο της μέντας – που μόλις φάνηκε στο κέντρο απ΄το βλέμμα της ανάμνησης, γιατί το είχα παραβλέψει και εκείνο).

DSCF3124 (2)Σαν υστερόγραφο: Η Βικτώρια Χολτ είναι ανύπαρκτη – αλλά η Έλινορ Χίμπερτ ήταν υπαρκτή: είχε γεννηθεί την 1 Σεπτεμβρίου του 1906 στο Λονδίνο, και πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1993 εν πλώ μεταξύ Αθήνας και Πορτ Σαΐντ – το σώμα της αφέθηκε στη θάλασσα, μια τελευταία κατοικία αντάξια των συγγραφέων που υπήρξε. Γιατί η Βικτώρια Χολτ, ήταν απλά ένα από τα οχτώ ψευδώνυμά της – συνολικά θα είχε γράψει γύρω στα 200 βιβλία τα οποία θα περιελάμβαναν διαφορετικά είδη γραφής, κυμαινόμενα από ιστορικά μυθιστορήματα, αισθηματικά, αστυνομικά, εγκληματικά – και ό, τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου… Γι’ αυτό, αξίζει να υπενθυμίζουμε στους επικριτικούς κριτές μέσα στον εαυτό του αναγνώστη που είμαστε – να μην κρίνουμε τα έρμα τα βιβλία (και τους καημένους συγγραφείς) απ’ τα εξώφυλλα!

JP1

Victoria Holt αλλιώς Jean Plaidy επίσης Philippa Carr ακόμα Eleanor Burford επιπλέον Elbur Ford και Kathleen Kellow ομού Ellalice Tate ή Anna Percival – δηλαδή, όπως σας αρέσει…

Διαλογισμοί της Πέτρας: μια εγκατάσταση (μέρος β’).


“Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε πέτρα κελεύει”. Δεν είναι κάθε μέρα του Αη-Γιαννιού, αγαπητοί κι αγαπητές μου, να έχουμε εφεύρει την ψυχική αυτοκίνηση και να πατάμε γκάζια καθημερινώς… Κάθεται μερικές φορές το οικοσύστημα, κι απ΄το Ζενίθ πατώνουμε αυτομάτως στο Ναδίρ, και παρακάτω, και πολύ πιο παρακάτω. Το θέμα είναι, να μπορούμε μετά να παλινορθωνόμαστε, και να στεκόμαστε ξανά στα δυο μας πόδια! Ε, κάτι τέτοια λέγαμε τακτοποιώντας πολύχρωμα φορεματάκια στα κουτάκια τους, και τα κουτάκια ύστερα μέσα στις μεγάλες ταξιδιωτικές βαλίτσες της πριγκιπέσσας Σαραμικροσκοπικούλας – γιατί με τις εκθέσεις και τα έτερα καμώματα είχε γεμίσει ο τόπος με πολλή αναταραχή που, ναι μεν είναι περίφημη κατάσταση, αλλά μέσα στο σπίτι μου το ίδιο εγώ πια δε μπορούσα να πατήσω κι έπρεπε να κυκλοφορώ σαν το γατί, ανάμεσα από της κούκλας τα προικιά και τα συμπράγκαλα. Σε όποιον δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια – αυτό λέγεται ευρέως. Να συμπληρώσουμε, παρακαλώ: ότι και σε όσους δεν έδωσε ο διάβολος ανίψια, έδωσε μάλλον ο Θεός κάτι κουκλιά! Διότι, εάν δεν είχα τη Λεγάμενη, πώς, ερωτώ, θα είχα τρόπο να κάνω φορεσιές αλχημικές (και δη δεκάποντες); Είχαμε, απ΄ότι που θυμάμαι, απομείνει στη φορεσιά νούμερο 6, απ’ τις προάλλες. Έ, ας βαδίσουμε με βήμα αποφασιστικό προς τις επόμενες, κάνοντας όμως μία στάση να συνδέσουμε τα προηγούμενα μ’ αυτά που έρχονται μετά – ως ακολούθως!

regine2

“Viriditas”: Τα χρώματα κατέχουν τη σοφία – λευκή κορνίζα με ασημένια ανατριχίλα – η επιθυμία του χρυσού να τελειοπραγματωθεί, είναι αυτό που βρίσκεται στο κέντρο του αλχημικού φιλιού, του ερμητικού.

Όπως θυμάστε, στην αριστερή μεριά υπήρχε μία κορνιζωμένη επεξήγηση: από εκεί θα ξεκινούσε η περιήγηση, και θα τελείωνε στην ακριβώς απέναντι μεριά με το κουτάκι για τα σχόλια κι εντυπώσεις.

comments

“Meditationen eines Steines” (The Stone Meditations/ Διαλογισμοί της Πέτρας). Η σωστή γερμανική γενική με βοήθεια της φίλης Μ.Λ. – τα γραμματόσημα εικονίζουν την κεφαλή του Ερμή και τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά (το δεύτερο, δώρο της Ε., και το οποίο σχετίζεται με τα εκθέματα της δωδέκατης γυάλινης προθήκης που θα αναφερθεί εν ευθέτω).

Τα σχόλια που θα είχαν αφεθεί με τη μορφή γραπτών κι αποδειγμένα υπαρκτών θα ήτανε ελάχιστα – θα υπήρχαν όμως συζητήσεις, μικρές αναφορές σε παιδικές και μισοξεχασμένες αναμνήσεις – μια αύρα από το ανείπωτο, το φευγαλέο, η φρισόν κάποιας συγκίνησης: κάποια παλιότερη και υψηλότατα ιστάμενη προϊσταμένη (τώρα πλέον συνταξιούχος) θα ερχότανε ν’ αγγίξει ένα φόρεμα σε χρώμα χτυπητό πορτοκαλί, που επάνω του ήτανε κεντημένη η ετικέτα μιας πολύ παλιάς κουβέρτας (“Μα τις θυμάμαι, από πολύ παλιά, είχαμε μία τέτοια όταν ήμουνα μικρή”, θα είχε πει με βλέμμα ονειροπόλο και με ντροπαλά ίχνη νοσταλγίας και θαυμασμού). Κάποια άλλη κυρία μου επεσήμανε ότι στα νότια της Γαλλίας όπου πάει για διακοπές, σε πάγκους στις αγορές πουλάνε φορέματα για κορίτσια, και ίδια φορεματάκια για τις κούκλες τους – και πως θα έκανα χρυσές δουλειές, και ότι θα ήθελε να μου φέρει ένα φορεματάκι από τη Γαλλία, να το έχω. Δε θα γίνει, φυσικά, γιατί δεν ανταλλάξαμε διευθύνσεις – αλλά και μόνο το χαμόγελό της και η πίστη της στην εμπορική επιτυχία της ραπτικής μου, με έκανε να χαμογελάσω με πολύ μεγάλο κέφι! Μιλώντας για ραπτική, μου έγινε η ερώτηση πώς κι άραγε ενδιαφέρομαι για την Αλχημεία, τι σχέση έχω με αυτά, όντας Ράπτρια; (Δε γνωρίζω, θα ήθελα να πω – αλλά δεν είπα.) Μια άλλη κυρία πάλι, θυμήθηκε δυο αναμνήσεις – της ήρθαν μαζί, μέσα από το οπτικό ερέθισμα των φορεμάτων. Είναι τώρα γύρω στα 65, θυμήθηκε μια φίλη της παιδική που είχε μια κούκλα, και που εκείνη με τη σειρά της είχε μια βαλίτσα με προικιά, από κάποια παλιότερη εποχή περισωσμένα. Η ίδια αυτή φίλη είχε μια μαμά που έψηνε ψωμί στο οποίο μέσα έβαζε ζάχαρη και κανέλα, και η ανάμνηση της μυρωδιάς και της γεύσης, όπως και η ανάμνηση των υφασμάτων και της βαλίτσας εκείνης της κούκλας, την έκαναν (μου είπε) να νιώσει λίγο σα να ξανάβρισκε έναν παλιό παράδεισο. Τώρα, μπορώ να προχωρήσω στην παρουσίαση των έξη επόμενων προθηκών, φωτογραφικά: άλλοτε με φωτογραφίες λεπτομέρειας, άλλοτε με φωτογραφίες ολομέρειας – ιδού!

7

7: “Separatio” – οι υπόγειες διαδρομές των μυρμηγκιών…

8

8: “Conjunctio” – ή αλλιώς, το Οκτώ της Αιώνιας Ζωής (στις δικές μου αλχημείες έχει ένα ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης – και εντελώς συμπτωματικά, πίσω από αυτήν την προθήκη, εντόπισε η Ε. ένα ελάχιστότατο και μικροσκοποκότατο ζαράκι, ακουμπισμένο στο γείσο του παρθύρου, πίσω και δεξιά. Φυσικά, το πήρα μαζί μου φεύγοντας, τι θα κάναμε χωρίς τα μαγικά ομπζέ τρουβέ!).

9

9, “Putrefactio in Sulphur”, ο Κολασμός στο Σούλφουρο, το κιτρινόθειαφο κι η Αλχημεία εν Δράσει: εκεί που το Μέσα γίνεται Έξω, και το Αντίστροφο – τα ροζ παπούτσια της φωτογράφου.

γτμοριο

Τρίτο Τεταρτημόριο Φορεμάτων

10

10, “Solutio Sulphuris Corporalis” – ποια άραγε να είναι η Λύση της Θειούχας μας Ενσάρκωσης;

11

11. “Solutio Sulphuris Luminis “: Ενδέκατη Διαδικασία στο Μέγα Έργο, η τελευταία πριν το τέλος – ή μήπως όχι;

12

12: “Fermentatio in Elixer” – θα έλεγε κανείς ότι η ζύμωσή μας επιτεύχθηκε – αλλά το τέλος είναι πάντοτε και μια άλλη αρχή…

Στην τελευταία από τις δώδεκα προθήκες δε θα υπήρχε πια φορεματάκι – αλλά εκείνο το καπέλο απ΄το Πάσχα, όταν η Σάρα βόλταρε μέσα σε κήπο πράσινο ψάχνοντας τα δωράκια των λαγών… και μία πέτρα κόκκινη, από το μοναστήρι της Αγίας Κατερίνας Σιναΐτισσας, που ήταν προσφορά από την Ε., στο ευγενές άθλημα της μικροτεχνοαλχημείας και εγκατάστασης! Έτσι λοιπόν, πέτρα και καπελάκι μες στο πιατάκι με λουλούδια ζωγραφιές, αυτό θα ήτανε το Έργο το Δωδέκατο… αλλά, όπως το ξέρουν οι αλχημιστές ανά τον κόσμο, δε γίνεται ποτέ να υπάρχει τέτοια απλότητα σε ένα εγχείρημα που ασχολείται με μαγείες και προσφορές… Έτσι λοιπόν, το καπελάκι είχε τη δική του επιγραφή, όπως άλλωστε και η κόκκινή μας πέτρα – και, αντιγράφω: το καπελάκι, 13 (τυχερό δεκατριάρι!) – “Multiplicatio in Virtute” δηλαδή Πολλαπλασιασμός των Αρετών – κι η η πέτρα μας, ευχή για την αφύπνιση κι άλλων πετρών, και Πέτρων, κι άλλου κόσμου – γιατί η κάθε πέτρα έχει το όνομά της – άλλες τις λένε Εγκλαντίνα, άλλες Σάρα, άλλες ας πούμε πως τις λένε και Μιχάλη, Μανώλη, Γιάννη, Ερνεστίνα, Κλεμεντίνα, Δανάη κι Αγάθη, ίσως κι όλας Μαριάνθη, Χριστίνα, Μαίρη, Ματτ, Μπάρρυ και Λίζυ, και Σουλεϊμάν, Μαρίζα, Λεϊλά – και πάει έτσι λέγοντας, κι αυτό μας οδηγεί στην τελική (για το επίτευγμα το τωρινό) διαδικασία, που είναι η Multiplicatio in Quantitate, που πάει να πει Πολλαπλασιασμός Ποσοτικός.

φη

Το πιάτο στο οποίο είχαν αφεθεί οι κάρτες γα μια πιθανή ανατροφοδότηση, θα παρηχούσε το πιάτο της Δωδέκατης Προθήκης – Και μια και λέμε για Ποσοτισμούς, ήταν εντέλει τρεις αυτές οι κάρτες που μου άφησαν, οι άνθρωποι είναι πολύ ντροπαλεμένοι όταν γράφουν (όπως φαίνεται!).

Αντιγράφω τα δύο από τα σχόλια, αφού το πρώτο έχει ήδη συμπεριληφθεί στην προηγούμενη καταγραφή (ήταν ένα εδάφιο από την Αποκάλυψη Ιωάννου).

Αγαπητή Ολβία, τι όμορφα φορέματα! Και πόσο ταιριάζουν με τη διαλεξη, εκτιμώ πολύ τη δουλειά σου. Μ.Μ.

φη2

“Ο Φόβος του Άδειου Χαρτιού”

 

Αξιαγάπητο, λεπτομερές ονειροκλώθημα και δέσιμο εικαστικό. Συνδέει το Έξω με το Μέσα, με τη μαγεία της βελονιάς. Με αγάπη, από τον Μ.

φη3

Ο Τολμηρός Εννενηντάχρονος Σχολιαστής – τόσα Ευχαριστώ!

Και μια τελευταία αναφορά – εκ μέρους της ομιλήτριας: Η δουλειά αυτή παρουσιάζει μια πιθανότητα Θηλυκής Αλχημείας.

Κι αυτό το τελευταίο – από τη μία αλχημίστρια στην άλλη, αναγνώρηση – ήτανε κάτι που (το λέω) με συγκίνησε πολύ…

Διαλογισμοί της Πέτρας: μια εγκατάσταση (μέρος α’).


victoria

Αναλυτική ψυχολογία Καρλ Γιούνγκ; μετάφραση Πην. Ιερομνήμονος – εκδόσεις Γκοβόστης, Σειρά “Σύγχρονη Βιβλιοθήκη” (Αθήνα, 1962). Ροζ και εκρού σεμέν – μαντάλα. Ματσάκι από βελούδινες βιολέτες, λαδί κορδέλα σατέν (Mixed media). Το βιβλίο ανήκε στη μητέρα μου και έχει τη γοητεία των παλιών βιβλίων, με τα χρυσά τους γράμματα.

Το Σάββατο 20 Μαΐου θα παρακολουθούσα διάλεξη με τίτλο “Έσπασε το βράχο και τα νερά ξεχύθηκαν” – φράση την οποία ίσως και την αναγνωρίζετε από την Έξοδο (κεφ. 17, 5-6). Η φράση όχι μόνο αναφέρεται στην βιβλική Έξοδο, αλλά επίσης μπορεί να τη βρει κανείς τρεις φορές στο αλχημικό κείμενο Aurora Consurgens (που έχει αποδοθεί στο Θωμά Ακινάτη, παρ’ ότι δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα περί του αληθούς της απόδοσης αυτής – η συνεργάτιδα του Κ. Γιουνγκ Μαρί-Λουίζ φον Φραντζ είχε αιτήσει να δει το πρωτότυπο κείμενο που ήταν στην κατοχή του Βατικανού, αλλά δεν της είχε επιτραπεί, ενδιαφέρον;). Η ίδια αυτή φράση είναι χαραγμένη στο ταφικό μνημείο της φον Φραντζ και της Μπάρμπαρα Χάνα, και κατά τη διάρκεια της διάλεξης θα παρουσιαζόταν η σχέση αυτής της φράσης με το μαντάλα που είναι σχεδιασμένο στην ταφική πλάκα τους, όπως κι επίσης η σχέση της φράσης και του διπλού κύκλου με την ιδέα του πελεκάνου ως σύμβολο αναγέννησης, όπως αναλύεται σε κάποια αλχημικά κείμενα. Η διάλεξη θα γινόταν στην κεντρική εκκλησία των Μεθοδιστών, σε ένα διατηρητέο κτίριο με πολύ όμορφα βιτρώ. Ο χώρος είναι αέρινος, αλλά το κτίριο έχει ανάγκη από κάποια φροντίδα: για να γίνει πιο παρουσιάσιμος ο χώρος αποφασίστηκε από την ομάδα Ποιμαντικής Ψυχολογίας της οποίας είμαι μέλος να γίνει κάποια παρέμβαση – προσφέρθηκα να στήσω μια εγκατάσταση για μία μόνο μέρα, όπου θα περιελάμβανα δώδεκα γυάλινες προθήκες με τεχνουργηματάκια (συγκεκριμένα, τις αλχημικές φορεσιές της Σάρας) και διάφορα άλλα αντικείμενα τα οποία θα παρουσιάσω εδώ – έτσι, για να διατηρηθεί η ανάμνηση και το ιστορικό αυτής της εκθεσούλας-αστραπής… Ας αρχίσουμε με μια μισοπανοραμική, ώστε να δοθεί μια αίσθηση του χώρου – η δεξιά πλευρά με τα παράθυρα (κατασκευής 1908).

βικτωρια

Τα τέσσερα περβάζια της δεξιάς μεριάς – ξεραμένα λουλούδια και κορδέλες – τρεις προθήκες στα δύο κεντρικά παράθυρα – το περβάζι του πρώτου παράθυρου φιλοξενούσε ένα κουτί για σχόλια, γυάλινα βάζα, λουλούδια και μαύρα στυλό, ένα πιάτο με ετικέτες/καρτ βιζίτ πλήρεις με μαύρες κορδελίτσες – μιλάμε δηλαδή για ταφικά μνημεία, ή δε μιλάμε;

Στην απέναντι πλευρά θα είχε τηρηθεί μια συμμετρική αναλογία, παραθέτω (το μαύρο φόντο του τρίτου παράθυρου μια αναγκαιότητα της τελευταίας στιγμής – η ομιλήτρια είχε μαζί της διαφάνειες και τα παράθυρα δεν είχανε κουρτίνες).

βικ

Με την απλότητα μιας παλιάς τάξης σχολείου – ή σα σαλόνι/εργαστήριο κάποιου από χρόνια πεθαμένου, φυσιοδίφη: οι γυάλες με τα αλχημικά πειράματά μου… Στο πρώτο περβάζι μια κορνίζα στην οποία αναγράφεται η αφορμή της εγκατάστασης στη γλώσσα της ομιλήτριας (γερμανικά) και στη γλώσσα των ακροατών. Δίπλα στην κορνίζα, η ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Γιουνγκ (Αναλυτική Ψυχολογία, Μτφ. Πην. Ιερομνήμονος, Αθήνα 1962).

Η λογική της εγκατάστασης είχε τη βάση της στις Δώδεκα Αλχημικές Διαδικασίες (που όμως με το γνωστό παράδοξο τρόπο άλλοτε εμφανίζονται ως δεκατέσσερις, ή δεκαπέντε – ή όσες θέλει και ποθεί ο εκάστοτε αλχημιστής στις εργαστηριακές του καταγραφές). Οι μικροεπιγραφές ήταν γραμμένες στα γερμανικά με τις αλχημικές διαδικασίες να αναγράφονται στα λατινικά – και με ελληνικά γραμματόσημα του τέλους του 19ου/αρχές εικοστού αιώνα με κεφαλές του Ερμή (που είναι ο βασικός αλχημικός θεός και θεομπαίχτης!). Η πρώτη προθήκη φιλοξενούσε μια ξύλινη καρέκλα με ζαχαρί μπροκάρ ταπετσαρία που επάνω της ήταν ακουμπισμένο ένα μαύρο μεταξωτό φορεματάκι, είχε φτιαχτεί για το γιορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου τον Αύγουστο του 2014 (κάποιοι μπορεί και να το αναγνωρίσετε…).

purgatio

Purgatio (Nigredo) Η φάση της Μαύρης Κατάθλιψης, εκεί που η σπονδυλική μας στήλη έχει πάει για διακοπές και μας χρειάζεται επείγουσα αναστήλωση! Παρατηρούμε στη βάση τον αριθμό 1, όλες οι προθήκες και τα εκθεματάκια είχαν τον αριθμούλη τους, για όποιους απ΄τους θεατές δεν ξέρανε γερμανικά.

Δε θέλω να σας κουράσω με ατέλειωτες κουβέντες περί των διαδικασιών, γι’ αυτό θα αρκεστώ στο να παραθέσω ορισμένες φωτογραφίες – και επανερχόμαστε!

2

“Sublimatio” Φορεματάκι και φθινοπωρινό παλτό με κουμπί από βακελίτη τοποθετημένο ανάμεσα σε ορτανσία και φυλλώματα.

3

3. “Calcinatio”

4

4. “Exuberatio” : Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ τοῦ μάννα τοῦ κεκρυμμένου καὶ δώσω αὐτῷ ψῆφον λευκήν, καὶ ἐπὶ τὴν ψῆφον ὄνομα καινὸν γεγραμμένον, ὃ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ ὁ λαμβάνων. ” [Αποκάλυψη Ιωάννου 2:17] (από σχόλιο της έκθεσης – To him who overcomes I will give a white stone – And in the stone a new name written known only to him who receives it. [Revelations 2:17 King James version]

5

5. “Fixatio” – μια γείωση στις απλές ανάγκες της ζωής – ένα φλυτζάνι με αρωματικό καφέ για να θυμόμαστε ότι έχουμε σώμα, μαζί και γεύση κι όσφρηση – γλυκοαγκυροβόλημα στην ύπαρξη!

6

6. “Solutio”: καμμια φορά τη λύση τη βρίσκει το ενστικτώδες, ακόμα σχετικά μη εξανθρωπισμένο κομμάτι της ύπαρξης – είναι ζήτημα βασικής εμπιστοσύνης, αγαπητή παρδαλή λεοπάρδαλη!

Αυτό ήταν ένα ταξίδι στο μισό σώμα της εγκατάστασης – και ας αφήσουμε την Αλχημική μας Πέτρα να ονειρεύεται την τελείωσή της (που όμως δεν επιτυγχάνεται ποτέ, ευτυχώς, γιατί τι θα είχαμε να κάνουμε μετά;), και να τραγουδάει μέσα από το πέτρινό της ονειράκι, υπνοβάτισσα – και αύριο, άμα θέλουν οι θεοί των πετρών – συνεχίζουμε!

The heart asks pleasure first – και ύστερα, με τρόπο πιο ανώδυνο: να γίνεται…


emilya 2

THE HEART asks pleasure first, And then, excuse from pain; And then, those little anodynes That deaden suffering; And then, to go to sleep; And then, if it should be The will of its Inquisitor, The liberty to die.

Το κείμενο αυτό είναι μια δήλωση, ώστε να μη μας χρειαστούν επεξηγήσεις και για να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Αναφέρομαι σε μια δημιουργική διαδικασία (όπως την εννοώ και όπως έχω αναλάβει να την παρατηρώ, όντας ταυτόχρονα το αντικείμενο και υποκείμενο της έρευνάς μου) που, σε αυτή τη δεδομένη χρονική στιγμή, βρίσκεται σε εξέλιξη με δύο πόλους-σκέψεις να αλληλεπιρεάζονται. Στον ένα πόλο, βρίσκεται η αφορμή της συγγραφής μίας μικρής νουβέλας (Η Αναλυόμενη) η οποία έχει προαποφασιστεί να απαρτίζεται από σαρανταδύο κεφάλαια (αυτή η δομή αποφασίστηκε μετά τη λήξη του εικοστού πρώτου κεφαλαίου και αποσκοπεί σε μια εικονική συμμετρικότητα ανατροπής).

Ο δεύτερος πόλος είναι σκέψεις πάνω στη θεραπεία, τη θεραπευτική διαδικασία, το τυχαίο, τη σύμπτωση. Και ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους υπερίπταται η μορφοποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον, διαβάσματα ψυχιάτρων και άλλων ειδημόνων περί της κατάστασης της ψυχικής της υγείας, υποθέσεις περί της ανάγκης του καλλιτέχνη να μοιράζεται αλλά και να αποκρύπτει τα κείμενά του, την ανάγκη που έχει ή που δεν έχει από την κριτική του αναγνώστη ή του φίλου. Μέχρι αυτή τη στιγμή, η δική μου δημιουργική διαδικασία είχε πάρει δρόμους που ήταν φανεροί – δηλαδή, έγραφα και άμεσα δημοσίευα το κείμενο σε ένα τόπο διαδικτυακού μοιράσματος (ενώ ήταν ακόμα αδιάβαστο από μένα). Αυτό δε μου δημιουργούσε αγωνία, οι λέξεις δεν ήταν αναγκαίο να ηχούνε ακριβώς καλλωπισμένες. Ωστόσο, με τη γραφή, όπως επίσης και με τη θεραπευτική διαδικασία, υπάρχει η ανάγκη να προστατευτεί το όχι ακόμα ακριβώς σχηματισθέν: για μένα, αυτό δεν ήταν αναγκαίο, γιατί το ασχημάτιστο ή το ευσχημάτιστο, το σχηματιζόμενο ή αυτό που μετασχηματίζεται ήταν ένα δυναμικό μέρος του παιχνιδιού. Ώστε, η τυχαιότητα του κυλίσματος της μπάλας, η καθημερινότητα, όλα αυτά έμπαιναν κι έβγαιναν απ΄την πλοκή (που έτσι ήτανε απόδειξη ενός δυναμισμού κι εμπιστοσύνης στη γραφή, στον Άλλο, στη σοφία της σύμπτωσης και της τριβής με την ιδέα, με το δούναι και λαβείν της κάθε έμπνευσης).  Όμως, προκύπτουν κάποια θέματα που με καλούν να αλλάξω προς στιγμήν την τακτική μου.

Αυτά είναι κυρίως (ή έστω, πιθανώς): η επαφή με το ζηλότυπα κλεισμένο κι αδιαμοίραστο πνεύμα της Ντίκινσον, ή την συνθήκη που της έχουν επιβάλει οι βιογράφοι και κυρίως οι επιμελητές – ξέρουμε ότι είχε πλασαριστεί μετά θάνατον ως μια αδιαμοίραστη και μοναχογενής δημιουργός.Υπάρχουν λόγοι, όπως διαβάζω, να αμφιβάλουμε για των λόγων αυτών το αληθές. Όμως, η γοητεία του μοναχικού δημιουργού εξακολουθεί να επιμένει στη συνείδησή μας, ως παντοδύναμη εικόνα. Τι είναι ο σοβαρός δημιουργός, εάν δεν είναι κάποιος που μόνος του πασχίζει να σκαλίσει τις ιστορίες του σε (έστω μερικό) βαθμό παρουσιάσιμο; Εμένα αυτό δε με βρίσκει ως ψυχοσύνθεση να συμφωνώ, αλλά καλό είναι να δίνω διαφορετική τροφή στη σκέψη μου – ώστε να επαναπροσδιορίζονται οι διάφορες αλήθειες!

Έτσι λοιπόν, αν πάρουμε σα δεδομένο ότι ακόμα στέκει ως αυταπόδεικτο αυτό το αξίωμα εκ μέρους των δημιουργών που διαφυλάτουν τις σκέψεις τους και τις γραφές, και που ορίζουν ότι κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν εμφανίζει τα γραπτά του άντε-άντε (γιατί έτσι ξεπέφτει, γιατί έτσι του τα κλέβουν, γιατί κι εγώ δεν ξέρω άλλα πόσα τέτοια αναθέματα), και σε συνδυασμό με το γεγονός της παραλληλίας γραφής/θεραπείας, όπως επίσης και παρακινούμενη από συμπτώσεις (βλ. το κουλτουρικά προτεινόμενο παράδειγμα της Ε. Ντ. ως Μοναχικής Δημιουργού) – αλλά επίσης και από κάποιες άλλες συμπτώσεις που με αφορούν υποκειμενικά και τις οποίες θα αναφέρω παρακάτω, αποφάσισα να μη δημοσιεύσω τα υπόλοιπα έντεκα κεφάλαια παρά μόνο αφού θα έχουν όλα γραφτεί ως τελικής τελείας – και να τότε να μπορέσω να εκτιμήσω από ασφαλή χρονική απόσταση σε τι χωράφια σκέψεων αυτό θα με οδηγήσει (αν δηλαδή εφαρμόσω στη γραφή αυτό που έχω δει να γίνεται μέσα στη θεραπεία και αυξήσω τη θερμότητα κλείνοντας παραλλήλως τις πιθανές διαρροές της ενέργειας) – τι άραγε θα ψήσει αυτός ο φούρνος;

Οι άλλες συμπτώσεις στις οποίες αναφέρομαι, είναι κάποιες δημόσιες και κάποιες ιδιωτικές συνομιλίες – σε μία από αυτές, είχε τεθεί το ερώτημα του πώς μπορεί να συνεχίσει η γραφή και το ξεδίπλωμα κάποιων σκέψεων, αν έχει υποστεί αλλοίωση από το αλισβερίσι με το Έξωθεν. Η δική μου σκέψη ήταν (και παραμένει) ότι το Έξωθεν μπορεί να ενσωματωθεί μέσα στη συνέχεια της διαδικασίας, δηλαδή ότι αυτό που γράφεται έχει μια δική του ζωή και δεν είναι δυνατόν να είναι απολύτως προκαθορισμένο, αλλά βρίσκεται σε δυναμική ανταλλαγή με το περιβάλλον και που θα συνοψιζόταν στην πρόταση «Γράφω απο εκεί που βρίσκομαι (χρονικά και συγκυριακά). Ωστόσο, αναγνωρίζω και την πιθανότητα α) της τοξικότητας του περιβάλλοντος στην ιδέα που ζητάει να εκφραστεί, όπως επίσης β) την ελαφρότητα με την οποία το περιβάλλον αντιδράει στην ιδέα, που χωρίς να είναι άμεσα τοξική, ωστόσο δημιουργεί (αλ)χημικές αντιδράσεις αλλοίωσης. Τελικά, ίσως να είναι θέμα γούστου, προτίμησης, χαρακτηριολογικό, ή να άπταται στο χώρο της φιλοσοφικής προσέγγισης (που βέβαια, σχετίζεται με την ψυχολογική δομή του υποκειμένου). Αν το κείμενο ή ο συγγραφέας χρειάζεται χρόνο επώασης αφού έχει γραφτεί, κάτι σαν τις σαράντα ημέρες της λοχείας προκειμένου να εδραιωθεί πρώτα η εκόνα μέσα στη λέξη, ή για να διαφυλαχτεί η συνέχεια του εγχειρήματος χωρίς τη μεσολάβηση των αντιδράσεων των άλλων. Το θέμα βέβαια, έχει το μειονέκτημα να μη μπορεί να τεθεί σε σύγκριση και επαλήθευση: έχοντας αποφασίσει την κεκλεισμένων των θυρών εκτέλεση της γραφής, δε θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε το μέτρο σύγκρισης με κάποια παράλληλη, δημοσίως μοιρασμένη εξέλιξη της ιστορίας – οι δύο πιθανότητες είναι αμοιβαίως αναιρούμενες. Ωστόσο, θα μου δοθεί η ευκαιρία να νοιώσω το τι με δυσκολεύει σ’ αυτόν τον τρόπο που εμφανίζεται αντιθετικός ως προς τον μέχρι τώρα επιλεγμένο μου τρόπο – κι αυτό θα δώσει κάποια ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Επίσης, μπορεί να επιλέξω να μοιραστώ αυτό το εγχείρημα μερικώς. Ή μπορεί να πρέπει να αναθεωρήσω την όλη αυτή διαδικασία – αυτό είναι το ζήτημα: πως η καρδιά ζητάει αρχικά την ευχαρίστηση, κι αυτός ο δρόμος δεν είναι ποτέ απόλυτα και κατανοητά και αξιωματικά άμεσης χαρτογράφησης…

Ανθοστεφανισμοί από Κίτρινες Μαργαρίτες, κι άλλα λειβάδια: Μουσική Πρωτομαγιά.


Η Σάρα αγαπάει τα λειβάδια – δεν ξέρω αν αυτό το έχω ξαναπεί, αλλά φαντάζομαι ότι θα το λέω την κάθε άνοιξη, και σίγουρα τον κάθε Μάη που θα μας βρίσκει μαζί να περπατάμε, μαζεύοντας τα λουλουδάκια των ετών όπως περνούν… Για φέτος, πρωτοσυνάντησε την Άνοιξη σε ένα νησάκι κοντινό και μακρινό μαζί (γιατί, όπως περνάνε οι ιδέες μέσα από το κουφιοκεφαλάκι της, έτσι αλλάζουν οι συνθήκες, οι τόποι και οι πραγματικότητες μπροστά στα πλαστικά της μάτια (τόσο πράσινα), γλυστρώντας ωχριούν. Παρέα με τις πιπεράτες τις ευωδιές της κρεμαστής γλυτσίνας (κι ακόμα ήταν Μάρτης..).

wysteria

“Στους καταρράκτες της Γκλυσίν”

Άλλες χρονιές σ’ ένα λειβάδι που παλιότερα παίζανε με το τόπι τους οι νύμφες κι οι κοπέλες. “Η φίλη μου η Εύα, είχε αγαπήσει κάποια Νάταλι, παλιότερα” μου είχε πει σ’ εκείνο το λειβάδι η Σάρα με τρόπο εμπιστευτικό, γιατί πάντοτε της αρέσει να δημιουργεί σχέσεις με τόπους και παλιές πληροφορίες. Κι είχε βρεθεί (όπως κι εγώ) να βλέπει το Απέναντι Χαμόγελο, (κι υπάρχει μια παλιά φωτογραφία, που την κοιτούσα να με βλέπει που το έβλεπα – αλλά για ποια φωτογραφία να μιλάω, ποιος θυμάται;). Πάντως, είχε αγριολούλουδα. Είχε μια θάλασσα πολύ ημερωμένη, είχε ένα μικρούλι θραύσμα αρχαίου πήλινου που μίλαγε με φθόγγους της πατρίδας στην αφή, ήμουν εκεί. Α προπό, τι γίνεται με τις ορθογραφίες, ένας θεός το ξέρει πια… “Το Λειβάδι, μαθαίνω έγινε Λιβάδι”, μου αναφέρει η κουκλίτσα και το βλέπω ότι έχει αγριευτεί: πρέπει κι αυτή να μάθει, όπως όλοι μας – να αποδέχεται την αλλαγή της γλώσσας μες στο Χρόνο, και να μαθαίνει να κρατάει τη δική της αμετάκλητη…

Σ

“Στο Λειδάβι, Φανερωμένη”

Σκληρός ο δρόμος της Αυτοπραγμάτωσης, και πάντοτε μας φέρνει σε αντίθεση με τις Γραμματικές, το βεβαιώνουν οι τρελλοί κι οι ποιητές, και ειδικότερα κάποιοι που ήταν ποιητές αλλά τους αντιμετωπίζανε λες κι ήτανε τρελλοί, αγοραφοβικοί, ετερερωτοφοβικοί και πάει λέγοντας. Το Μάη οι ποιητές γίνονται κηπουροί κι οι κηπουροί θα καταλήξουν ποιητές – αυτή είναι η χάρη Του, γι’ αυτό και τον γιορτάζανε με διθυράμβους από πάντα – όπως λέει η Σάρα, που γνωρίζει τα πολλά, και τα παλιά, και τα πολύ πολύ παλιότερα τερτίπια των ανθήσεων. Για εξηγήσου, νεαρή μου – θέλω εγώ να της μιλήσω λογικά, αλλά εκείνη έχει πάρει πάλι τη φόρα της κατεβασιάς της κι όλο τρέχει. Μου λέει για το μπαμπά της, που της έλεγε εκείνο το παλιό τραγούδι μες στο μέσο του χειμώνα, εκείνο που καλεί ήδη το Μάη να έρθει γιατί η μικρούλα Λότχεν νιώθει τη θλίψη να της λοιώνει την καρδιά, βαριοθυμεί – θέλει να έρθουν τα λουλούδια σ’ ώρα άνθησης, και ο μπαμπάς της δεν αντέχει να τη βλέπει που μουτρωμένη κάθεται πάνω στο καρεκλάκι της, εκνευρισμένη και μαζί κάπως υπομονετικότροπα ηττημένη κατά κράτος, και τι χαρά να της προσφέρουν τα παιχνίδια, που έχει απηυδίσει το κορίτσι απ’ την κλεισούρα;

Komm lieber Mai

“Το Όνειρο της Λότχεν για το Μάη”

“Γιαυτό”, μου λέει η Εγκλαντίν, “θέλω το Μάη! Γιατί θα είχε κάποτε δημιουργήσει μόνο για τα δικά μου μάτια, ο μπαμπάς μου, ένα στεφάνι από μαργαρίτες κατακίτρινες! Και τόσο με είχε μαγέψει με την τέχνη του, γιατί δεν ήξερα πώς θα μπορούσε να το κάνει τόσο όμορφο – είχε αρχικά δέσει μαζί πολλά κιτρινωπά σπαρτά να φτιάξει βάση, και ύστερα με υπομονή και με ταλέντο και με ποίηση είχε συλλέξει και μετά θα είχε συναρμολογήσει ένα μικρό θαυμάσιο αρχιτεκτονικό στεφάνι ποίησης που κράτησε και που κρατάει ακόμα, σαράντα χρόνια πιο μετά: τουζούρ φλερί… “. Ε, δεν έχει και άδικο (τέτοια ψυχή συναισθηματική που τελικά με έχει καταντήσει, τέτοια λέω!).

Μιλώντας και για τον μπαμπά της και το Μάη του, έφερε η Πρωτομαγιά στο φως μια παλιά, γλυκιά ανάμνηση – και το αντικείμενο που θα την είχε ξυπνήσει, η εσωτερική ταπετσαρία μιας βαλίτσας Σαμσονάιτ. Του μπαμπά της ήτανε λέει γκρίζα η βαλίτσα του, μα άνοιγε σε ένα συννεφογαλανό σχεδόν ουράνιο, “Και έτυχε να βρούμε μία ίδια που την κρατούσαμε για τις μελλοντικές μας εξορμήσεις, αλλά μετά την ξεπατώσαμε γιατί ήμουνα άτσαλη” μου λέει χαμογελώντας ντροπαλά, “ήταν απ΄έξω τυρκουάζ, πολύ μου άρεσε…” . Κι είχε το ύφος της μια τέτοια νοσταλγία, να σου σπαράζει τη ρημάδα την καρδιά! Της λέω “Θυμάμαι”. Της λέω “Σε είχα βγάλει και φωτογραφία, μα το ξέχασες.” Κι έτσι, ξαναφωτίζουν τα ματάκια της, κι εγώ της δείχνω τη φωτογραφία των ταξιδιών της, κι ύστερα τραγουδήσαμε μαζί άλλο τραγούδι, εκείνο για τη γιορτινή Πρωτομαγιά από του προ-προηγούμενο αιώνα, τον όμορφο Δέκατο Ένατο αιώνα της ψυχής της: Σ’ αγαπώ.

Samsonite

“Goodnight, Samsonite”

 

Ποιμενικότητες: το ΆιςΚρημ Πάρλορ, μέρος β’.


Easter

Ποιμενικές αναγεννήσεις της Ανοίξεως.

Ω, Ολβία –

η έκθεση σου είναι πολύ συγκινητική. Ο τρόπος που τα δύο μέρη έχουν τοποθετηθεί μέσα στο χώρο είναι σαν τις δυο όψεις του Πάσχα – η λαγουδένια ομορφογλυκιά πλευρά, κι η σκοτεινή και εμβριθής. Η αντιπαράθεση μου δημιούργησε ένα πολύ παράξενο συναίσθημα.

Κάθισα δίπλα σε μια γυναίκα που έτρωγε ένα γλυκό απέναντι απο τη “σκοτεινή” πλευρά. “Ιδιαίτερα”, σχολίασε – κι έπειτα, ξαφνικά “άραγε, τα πουλάνε;”

Υπήρχε μια μικρή παρέα από κορίτσια που φλυαρούσαν μεταξύ τους, αλλά απέφυγαν να δείξουν πως κοιτάζαν τα εκθέματα όση ώρα βρισκόμασταν εκεί.

Ήτανε Σάββατο του Πάσχα, και είχε πολύ κόσμο και τουρίστες. Έκανε και κρύο – μου έκανε εντύπωση ότι οι άνθρωποι δεν βλέπουν γύρω τους. Πόσο άραγε δε βλέπω και εγώ; Κάποιες φορές, όταν κοιτάζω, δεν ξέρω πού μπορεί να μ’ οδηγήσει η ματιά μου.

Μια άλλη σκέψη που για μένα είχε φέτος σημασία, είναι η σιωπηλή περίοδος μεταξύ του θανάτου του Χριστού και της ανάστασης: “η Κάθοδος στην Κόλαση”. Σκέφτηκα ότι είχα περάσει μέρος του Σαββάτου του Πάσχα διαλογιζόμενη κοιτώντας τη δουλειά σου. Την Κυριακή, στην εκκλησία ένιωσα μια ανάταση στη σκέψη ότι για κοντά δυο χιλιάδες χρόνια τώρα, λέμε Χριστός Ανέστη.

Πολλή αγάπη,

Ε.

Pastoral3

Μεγάλη Πέμπτη (έτσι είπαμε) κάποιας χρονιάς παλιότερης κι ίσως Βαλκανικής, η Σάρα έβαφε αυγά, τα πολυστόλιζε!

Γειά σου Ολβία!

Μερικές σκέψεις: Μου άρεσαν πολύ τα φορέματα, και ιδιαίτερα το ένα με τα συνδιασμένα σχέδια και κόκκινα βολάν και τα φρουφού – με έκανε και χαμογέλασα γιατί μου θύμισε εσένα! Το κόκκινο παπουτσάκι με έκανε να νοιώσω λυπημένη: είχα την εντύπωση ότι αυτό είχε συμβεί λόγω της έλλειψης θρησκευτικότητας που έχω, ήταν σα να την έβλεπα μπροστά μου αυτή την έλλειψη, ειδικά σε αυτές τις μέρες του Πάσχα, που τόσο πολύ αφορούν τους χριστιανούς. Τώρα (μετά από τη συζήτησή μας, κι αφού μου είπες ότι το κόκκινο παπουτσάκι ήταν μόνο του και δεν ανήκε σε ζευγάρι, που δεν το είχα συνειδητοποιήσει όταν ήμουνα στην έκθεση) αναρωτιέμαι αν το συναίσθημα της λύπης που ένοιωσα μπορεί να είχε κάποια σχέση με την μη-συνειδητοποιημένη μου αντίληψη  κι εντύπωση από την εγκατάσταση – πως, δηλαδή, υπήρχε κάτι που δεν ήτανε ολόκληρο, σαν κάτι έλειπε, μια αίσθηση απώλειας. Το ότι συμπεριέλαβες μικρούτσικα αυγουλάκια (που μοιάζουν με αυγουλάκια σοκολάτας) ήταν για μένα ένα νεύμα από μεριάς σου σε ένα Πάσχα κοσμικό (και όχι μόνο στη θρησκευτική του την πλευρά), κάτι που συμπεριλαμβάνει την ιδέα μιας οικογενειακής κοινωνικότητας γεμάτη θαλπωρή και απολαύσεις.

Θα σε δω σύντομα,

με αγάπη,

Π.

Magdalene18

Το Μονό Κόκκινο: η νοσοκόμα Π. θα έβλεπε δύο, η δε φίλη μου Β. θα έκανε συσχετισμούς με την ιδέα της κατασκευής της θηλυκότητας, με το γοβάκι και την άμαξα της Σταχτοπούτας, και τη θέση Οσίας Μαγδαληνής που στην κοινή γνώμη δεν έχει ακόμα αποκατασταθεί ως (όχι μόνο Ισαπόστολη, αλλά επίσης και) Πρώτη Απόστολος.

Τϊ άραγε συνέβηκε στην κοσμικότερη και ανοιξιάτικη πλευρά της εγκατάστασης; Αν πρέπει να σημειοδοτήσω τα βήματα, θα αποδειχτεί ότι δεν είναι μόνο κοσμική – παρ’ ότι φαίνεται πως είναι ελαφρότερη! Ας πούμε, είναι εντυπωσιακό ότι κι οι δύο μαρτυρίες φέρουν επάνω τους ένα βάρος που είχε γίνει αντιληπτό: στη μια περίπτωση, το άτομο που γράφει έχει σχέση με την προσωπική του αίσθηση θρησκευτικότητας – ενώ το άλλο άτομο φαίνεται πως δεν έχει. Θα μπορούσε να έχει εστιαστεί στα πιο χαρούμενα στοιχεία απ΄την εγκατάσταση, αλλά αυτό δε φαίνεται πως έγινε: ίσως αυτό να έχει σχέση με την ηθελημένη χειραγώγηση από πλευράς μου. Όπως, ας πούμε – τις ονομασίες των φορεμάτων, που όλα τους μιλάνε για το Πάσχα (λες κι είναι τα φορέματα από παλιότερες πασχαλινές ζωές, τότε που ακόμα είχαμε την τάση να πιστεύομε – φίλη μου Π.). Η Π. είναι μία κυρία που γνωρίζω απ΄τη δουλειά μου, είναι νοσοκόμος και είναι μια από τις κύριές μου πηγές παραπομπών: κατά μέσο όρο, παραπέμπει σε μένα ανθρώπους για εικαστική τεχνοθεραπεία, με συχνότητα τριών εβδομάδων μέσα στο μήνα. Δεν είχε ξαναδεί δουλειά μου σε εικαστικό επίπεδο, αλλά βλέπει τους ανθρώπους που μου παραπέμπει και μαζί κάνουν εκτίμηση του τι ένοιωσαν να τους έχει διευκολύνει μέσα στη θεραπεία μας, έχει λοιπόν δει το αποτέλεσμα της επαφής μου με τους ανθρώπους. Είναι μια γυναίκα που τη νοιώθω να είναι πολύ γενναιόδωρη συναισθηματικά, και το ότι μου έγραψε αυτά τα σχόλια/μοιράσματα, καθώς και το ότι έκανε τον κόπο να πάει και να δει την εκθεσούλα με έχει κάνεινα νοιώσω πολλή χαρά. Οφείλω λοιπόν, να παραδεχτώ τις χειραγωγικότητες της εγκατάστασής μου, ακόμα και αν δε μπορεί να τις διαβάσει η φίλη Π.! Έχοντας ήδη αναφέρει σε προηγούμενη ανάρτηση τα σχετικά με την πιο σοβαρή πλευρά με την αγιογραφική Μαγδαληνή, είναι τώρα η ώρα να μιλήσω για τα εύκολα! Το αρνάκι, φερ’ ειπείν! Τώρα, το αρνάκι, έχει ένα ύφος σα χαμένο εντελώς! Έτσι όπως είναι απ΄τη φύση του σε κίνηση κάπως αλλοπαρμένη, δεν καλοστέκεται στα τέσσερά του πόδια, με αποτέλεσμα να δίνει μια εντύπωση που θα μπορούσε και να είναι παιχνιδιάρικη, αλλά συνδιασμένη με το ύφος του δίνει το αποτέλεσμα μιας αίσθησης (έστω ας πούμε μερικής) ανισορροπίας σωματικής. Είναι πολύ μικρό, ενδεχομένως… πολύ ακόμα, νεαρό, πολύ αθώο! Αλλά το κορδελάκι στο λαιμό του, ήδη φθαρμένο από ατέλειωτα παιχνίδια και φιλιά μέσα στα χρόνια, έχει χρώμα αιμάτινο και κόκκινο  – ένα ρυάκι που θυμίζει τη θυσία!  Και είναι ακουμπισμένο σε ένα στρογγυλό πλεχτό και μάλλον κιτς (ή, έτσι λένε οι τυχαίοι αισθητιστές) πετσετάκι: μόνο που αυτά τα πλεχτά πετσετάκια της πεντάρας, που θα τα πλέκανε γιαγιάδες παγκοσμίως, είναι η οπτική μετα-μεταφορά ενός χορού κυκλωτικού, δημοτικού, είναι μαντάλα εν εξελίξει πλεκτικότητας! Και ως μαντάλα, φέρνει ανάσες απ΄το πάντα και το συνέχεια, το διαρκώς, και το αιωνίως – ανανέωση! Όπως ο κύκλος των τεσσάρων εποχών, όπως το πιο γνωστό σημάδι περιέξεως του άγχους – εξ αρχαιότητος διαπολιτισμικής. Και συνεχίζουμε, με το αυγό από χαρτόνι: κάπως σκληρό, το χαρτονένιο το αυγό που οι παλιότεροι από εμάς μπορούν ακόμα να ανασύρουν απ΄τη μνήμη τους, χαρτόνι επενδυμένο με χρυσόχαρτο, και μέσα τα παλιά κοτοπουλάκια που ήτανε φτιαγμένα από βαμβάκι, τα θυμόσαστε; Έτσι τα έχω στην ελληνική μου την ανάμνηση: εδώ, θα ανασύρουν αναμνήσεις που δεν έχω με ακρίβεια μπορέσει να εκτιμήσω, αλλά στο γύρω-γύρω, στο περίπου, μας παραπέμπουν και αυτά σε άλλους χρόνους, μίας χαμένης, σκοτωμένης αθωότητας. Δύο λουλούδια, γιορτασμός της κιτσαρίας – ένεκα που ήτανε ροζ, και υφασμάτινα, και της αρέσανε της Σάρας, και τα βρήκαμε ακριβώς έξω από μια παμπ στο χωριουδάκι που γινότανε η έκθεση, γιατί τα είχε παρασύρει ο αέρας απ΄τις γλάστρες – κι όταν μας δίνει ένας τόπος τα κλειδιά φιλοξενίας, δεχόμαστε και συμπεριλαμβάνουμε, κι ευχαριστούμε και πολύ! Κάποιοι, μπορεί και να τα αναγνώρισαν, ή όχι – αλλά εμείς, δε θα το μάθουμε! Αρνακι (2)

Και τέλος, μια αναφορά στο αγαλματίδιο Καλού Ποιμένος, όπως φτιάχτηκε σε απομίμηση, ενδεχομένως, των κεραμικών του Στάφορντσηρ: επίσης τοποθετημένο σε πετσετάκι πλεκτό με το βελονάκι, το μπιμπελό αυτό χαμογελάει στωικά προσμένοντας να αναγνωριστεί μέσα στο κλέος του, κλέος σαφώς συμβολικό, όπως θα δούμε!

Pastoral2

Το Δέντρο των Τεσσάρων Διαστάσεων-Κλαδιών: Χρόνος, Τόπος. Αιτιότητα, Συγχρονότητα.

Παρατηρείστε τι συμβαίνει εκεί μέσα, και αν δεν είναι του Κουτρούλη μας ο γάμος! Δέντρο της Γνώσης με τα τέσσερα κλαδάκια του ανθισμένα – οι τέσσερις διαστάσεις-πειρασμοί! Ο Καλός μας Ποιμήν, παρέα με τα πρόβατα, αρνάδες, αμνάδες, σκύλο για να τους φυλάει, καπέλο (μα κι ένα μικρό πουλί) επάνω στη σοφή του κεφαλή, όφι στο δέντρο να του ψιθυρίζει τα γλυκόλογα – και το τοιχάκι γύρω-γύρω για να μην παραλογίσει ο βοσκός μας, γιατί ο κάθε κήπος πρέπει να ΄ναι κυκλωμένος, για να αναγνωρίζουμε την απαραίτητη συνθήκη της καλής μας περιέξεως: οφείλουμε να γίνουμε όλοι μας κήποι περικεκλεισμένοι, να έρθουμε (σε στεγανότητα) εν επαφή με τα ζωόμορφα κομμάτια μας που όμως και εκείνα, όπως άλλωστε και μεις, βαδίζουμε το δρόμο προσευχόμενοι τη θέωση εξέλιξης. Αυτά, λοιπόν, με τη μικρή – την ελαφριά, γλυκοχαρούμενη πλευρά της εγκατάστασης! Και, αναμένοντας, ελπίζοντας, ας θυμηθούμε τα λόγια που ακούσανε οι βοσκοί, από το στόμα Παναγίας, όπως λέγεται: “Σε σας, έφερε η μοίρα να τον δείτε, βοσκοί – τον Ιησού, οι πρώτοι απ΄όλους…”